Είχαμε καταπιαστεί τις προάλλες με τον «μέσο» (από οικονομικής απόψεως) άνθρωπο. Από τότε κύλησε πάλι πολύ νερό στο αυλάκι, είπαμε τι να κάνουμε –να μη τα ξαναματαλέμε-, ελέω της γενικότερης ανακατωσούρας δεν μπορούμε να γράφουμε όσο και όποτε θα θέλαμε, και ούτε θα καθόμαστε να απολογούμαστε κάθε τρεις και λίγο γι’αυτό.
Αλλά έτσι κι αλλιώς αυτά τα θέματα δεν είναι «της στιγμής». Είναι πανταχού παρόντα και άπτονται των αιώνιων φιλοσοφικών ζητημάτων που ταλανίζουν τους σκεπτόμενους ανθρώπους κάθε τόπου και εποχής. Με αυτά που καταπιάστηκαν όλοι οι φιλόσοφοι, ασχέτως της επιμέρους ιδιότητας που δήλωνε (ή «τον δήλωναν») ο καθένας.
Γιατί, τι είναι ο φιλόσοφος? Δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε ταμπέλα. Τι είναι ο διανοούμενος? Παρομοίως.
Διότι αν ρωτήσεις 100 άτομα τι ήταν φερ’ειπείν ο Καζαντζάκης θα σου πούνε οι πιο πολλοί άμεσα και αβίαστα ότι ήταν ...συγγραφέας. Τι ήταν ο Φρόυντ? Γιατρός, Ψυχίατρος. Τι υπήρξε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι? Εξαιρετικός και πρωτοπόρος καλλιτέχνης, έστω και με πολύπλευρες ασχολίες. Αμ, ο άλλος, ο Νικολά Τέσλα? Επιστήμονας, έστω ιδιόρρυθμος και εκκεντρικός... και πάει λέγοντας. Τα ίδια και με τον Καρτέσιο, τον Γαλιλαίο και όλους τους γνωστούς (και άλλους τόσους και εκατονταπλάσιους άγνωστους), που είχαν έναν κοινό παρονομαστή πέρα, πίσω και πάνω από όλα. Τη φιλοσοφία. Ως έρευνα, ως έναυσμα, ως ελατήριο, ως συνεχή ερωτήματα που τριβέλιζαν το μυαλό, σαν τον οίστρο του Σωκράτη ένα πράμα. Συνεπικουρούμενο από την παρατήρηση, την ανησυχία, τη σκέψη, την «πρόβλεψη», τη διάθεση για απαντήσεις, σε αυτά που υπάρχουν και σε αυτά που δεν υπαρχουν. Ή καλύτερα σε αυτά που φαίνεται να υπάρχουν και σε αυτά που φαίνεται να μην υπάρχουν. Γιατί κατά πως λένε και μερικοί φίλοι μου, και το ασπάζομαι απολύτως, άλλο τι είναι και άλλο τι φαίνεται. Και αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις. Η φιλοσοφία δεν πάει α λα καρτ. Δεν έχει εξειδίκευση και απομόνωση. Ερευνώ μόνο αυτό ή εκείνο και εστιάζω μόνο εκεί. Όποιος το κάνει ή το λέει αυτό ασκεί (?) γιαλαντζί φιλοσοφία. Πέρασε και δεν ακούμπησε. Για να μην πω ότι δεν δικαιούται δια να ονομάζεται και φιλόσοφος.
Η φιλοσοφία είναι υπερσύνολο. Είναι βιοθεωρία. Στάση και τρόπος ζωής. Δίνει κατευθυντήριες γραμμές. Όχι εντολές. Όχι μωσαϊκούς νόμους. Όχι αυστηρές νόρμες, τυπικά ή τελετουργίες. Με το που αρχίζουν κάτι τέτοια, αμέσως να καταλαβαίνετε ότι πάει αλλού το πράμα. Η φιλοσοφία είναι σαν την απλή πυξίδα ας πούμε. Σου λέει γενικά πού θα πας, αλλά δεν σου δείχνει και το δρόμο ακριβώς. Δεν είναι GPS. Δεν τη νοιάζει αν θα πας ζιγκ-ζαγκ, ευθεία, ή σκάβοντας λαγούμια, ή κολυμπώντας ή πετώντας. Δείχνει μόνο την κατεύθυνση. Και η κατεύθυνση αυτή είναι τα κοινά, πανάρχαια και πανανθρώπινα ερωτήματα. Οι αξίες. Οι ιδέες. Ό,τι απασχολεί ή δύναται να απασχολήσει τέλοσπάντων τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Όχι το γαϊδούρι, το βόδι ή το μουλάρι. Και όχι μόνο τα γνωστά και συμπαθή τετράποδα, αλλά και κάποια ανθρωπόμορφα δίποδα που δεν συνταιριάζουν την εξωτερική τους μορφή με την αντίστοιχη πνευματική. Διότι όπως θα έλεγε και ο άλλος ο μπάρμπας, ο Διογένης ο κυνικός, κόσμο είδα πολύν, αλλά ανθρώπους λίγους! (και γι’αυτό τους έψαχνε με το φανάρι στην αγορά....).
Και προς τι όλη αυτή η εισαγωγή θα μου πείτε? Μα γιατί στο ερώτημα που ετέθη (και στα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν) η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από τα παρακλάδια, τα δεκανίκια, και τους «κλητήρες» της φιλοσοφίας. Ήτοι την κοινωνιολογία, τις οικονομικές θεωρίες, την πολιτική, τη θεολογία, τη λογοτεχνία, την τέχνη, τις Φυσικές επιστήμες, και ούτω καθεξής. Καλά όλα αυτά και χρήσιμα και ωραία. Αρκεί να δούμε όμως το όλον. Πού εντάσσονται. Πού θα έπρεπε να εντάσσονται, για τη ακρίβεια. Ποιανού παζλ είναι κομμάτια (ή θα έπρεπε να είναι). Τι θα έπρεπε να εξυπηρετούν και πού να συγκλίνουν. Και στα «βαριά» θέματα δεν αρκείσαι στη γραμματεία όσο ευγενική, εξυπηρετική και όμορφη κι αν είναι. Ζητάς να δεις το διευθυντή. Το ίδιο κι εδώ.
Τι να ορίσεις και τι να (πρωτο)πείς? Για την αξία της ζωής? Για την ποιότητά της? Για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου? Για τις κοινωνικές σχέσεις, για τα αλισβερίσια κάθε είδους στο πλαίσιο αυτού που λέγεται ανθρώπινη κοινωνία και κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικό γίγνεσθαι? Ποιος περιμένεις να σου δώσει απαντήσεις? Απαντήσεις που να είναι πλήρεις και να καλύπτουν το ευρύτερο φάσμα, και όχι πρόχειρα συμπεράσματα του ποδαριού...
Γι’αυτό λοιπόν αναγκαστικά πρέπει να καταφύγει κανείς στη φιλοσοφία που είναι υπεράνω όλων αυτών των επιμέρους, τα εμπεριέχει όλα αυτά και τους δίνει νόημα και αξία. Αλλιώς είναι απλώς στάχτη στα μάτια και πουκάμισα αδειανά, έτσι να’χαμε να λέγαμε. Και δεν λύνουν το πρόβλημα ή τα προβλήματα. Για την ακρίβεια αδυνατούν ακόμη και να τα ερμηνεύσουν.
Έτσι λοιπόν, τα περισσότερα πράγματα και καταστάσεις από αυτά που μας περικυκλώνουν καθημερινά χρειάζονται αναγωγή στη φιλοσοφική σφαίρα. Εάν βεβαίως θέλουμε να πούμε ότι προσπαθούμε να τα προσεγγίσουμε σοβαρά. Αν είναι απλώς έτσι για να περνάμε, άστο αυτό που λένε, δεν είναι για σένα φίλε. Εσύ κάτσε στ’αυγά σου και περίμενέ τα έτοιμα. Αλλά το φαϊ που σου ετοιμάζουν οι άλλοι δεν σημαίνει ότι θα είναι απαραίτητα στην ποιότητα και στην ποσότητα που επιθυμείς. Ακόμα χειρότερα, μπορεί και να σε βλάπτει κιόλας βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, ή να σου προκαλέσει και καμιά αλλεργία. Γι’αυτό στο λέω, έτσι να μη λές ότι δεν ήξερες κιόλας...
Πού θέλω να καταλήξω; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Και κυρίως δεν υπάρχουν μοναδικές απαντήσεις. Τα ερωτήματα μπορεί θεωρητικά να είναι απλά και μονοσήμαντα. Αλλά αυτό είναι και η παγίδα. Η ερώτηση είναι το πρώτο βήμα. Είναι απαραίτητη. Είναι νοητική διεργασία άξια σεβασμού. Αλλά δεν είσαι ούτε καν στη μέση με αυτήν. Ερωτήσεις κάνουν και τα μικρά παιδιά. Και συνεχώς. Και για τα πάντα. Αν δεν πάρουν απάντηση ή αν με κάποιο τρόπο δεν τη βρουν, τότε θα μείνουν ....με την ερώτηση στο χέρι.
Το ίδιο ισχύει για όλους. Ανεξαρτήτως ηλικίας. Χωρίς ερωτήσεις, ας πούμε παίζεις στη Γ’ κατηγορία. Αμα διατυπώνεις ερωτήσεις έχεις ήδη ανέβει στη Β’. Αλλά μόνο με απαντήσεις, ή κάποιες απαντήσεις τουλάχιστον σε κάποια θέματα, μπορείς να προβιβαστείς στη Σουπερλίγκα. Αλλιώς θα μείνεις μια ζωή στ’αλώνια, και δεν πρόκειται να δεις σαλόνια....
Βεβαίως όμως πρέπει να ξεκινήσεις από τα αλώνια.
Γιατί «σαλονάτοι» εκ γενετής δεν υπάρχουν...
(Συνεχίζεται, κατά τα δέοντα....)
Χαίρετε και υγιαίνετε!