Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας! Μη τα σκορπάτε εδώ κι εκεί, άντε, ώρα για ύπνο....
Πόσες και πόσες φορές δεν ακούγαμε αυτή τη φωνή της μάνας μας, που μολονότι δεν είχε το χαρακτήρα της επίπληξης ούτε ήταν ιδιαίτερα άγριας χροιάς -αν εξαιρέσει κανείς μερικά decibel παραπάνω που έπεφταν κατά καιρούς σε «ειδικές περιπτώσεις» κωλυσιεργίας ή ανυποταξίας- μάς γέμιζε με τέτοια θλίψη αντίστοιχη με αυτή που γεμίζει τον τηλεθεατή το καθ’όλα ενοχλητικό και απαίσιο «διάλειμμα για διαφημίσεις», ιδίως όταν παρακολουθεί μια ενδιαφέρουσα ή περιπετειώδη ταινία, ή ακόμα χειρότερα αντίστοιχη με τη θλίψη-αγανάκτηση του θεατή θερινού σινεμά που δέκα λεπτά πριν να τελειώσει η ταινία, σταματάει απότομα η προβολή της για «τεχνικούς λόγους»!
Πλεϋμομπίλια... Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις...
Είναι τα πασίγνωστα πλαστικά ανθρωπάκια ‘playmobil’ που σε μιά περισσότερο ελληνοποιημένη παραφθορά της ξένης ονομασίας τους εντάσσονται εκ μεταγραφής στους κανόνες της ελληνικής γραμματικής... Το πλεϋμομπίλι (ουδέτερο γαρ, ως παιχνίδι, διότι θα ήταν too much να αρχίζαμε να λέμε o πλεϋμομπίλης και η πλεϋμομπιλίτσα), του πλεϋμομπιλιού, τα πλεϋμομπίλια, και ούτω καθ’εξής.
Τα πλεϋμομπίλια, λοιπόν, κατείχαν τα σκήπτρα και τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά την κατανομή του ανέφελου «ελεύθερου χρόνου» της παιδικής μας ηλικίας. Ήταν μακράν το πλέον αγαπημένο μας παιχνίδι.
Όπως το βλέπω, ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τη μυστική συνταγή της επιτυχίας του, δεδομένου ότι σαν ιδέα δεν ήταν δα και τίποτα το ιδιαίτερο ή πρωτότυπο (αγαλματίδια και κάθε λογής λογής κουκλάκια, μπιχλιμπίδια και ‘μπαρμπαδάκια’ έχουμε από την προϊστορική εποχή ακόμα!...) και εκτός αυτού είχε ήδη και αρκετούς ανταγωνιστές. Για παράδειγμα τα επίσης κλασσικά LEGO που ενώ άρχισαν με τουβλάκια και κατασκευές, τό’ριξαν κι αυτοί στα ‘μπαρμπαδάκια’ (ίσως και λόγω ανταγωνισμού με τα πλεϋμομπίλια), με τη διαφορά ότι κρατούσαν την τετραγωνισμένη λογική και το ‘τουβλακίστικο’ design ακόμη και στα ανθρωπάκια, οπότε αυτά έφερναν περισσότερο σε κάτι σαν το σημερινό Μπομπ Σφουγγαράκη παρά σε κανονικό ανθρωπάκι! Επίσης, θυμάμαι και κάτι άλλα μικρά μπαρμπαδάκια, που τα λέγανε κάπως σαν Πινγκ-Πονγκ ή Πίν-Πομ ή Πον-Πον ή κάπως έτσι τελοσπάντων, κοντοστούπικα, μονοκόμματα, με ένα χαρακτηριστικό υπερμεγέθες (για το μπόι τους) κυλινδρικό περιστρεφόμενο κεφάλι, με χαρακτηριστικά «αυτάκια» (δυο εξογκωματάκια δηλαδή, στα πλαϊνά του κεφαλιού τους) όπου προσαρμοζόταν τα μαλλιά τους σαν να ήταν περούκες. Το κακό όπως προείπα ήταν ότι δεν είχαν χέρια (μόνο κάτι εσοχές όπου έμπαιναν σφηνωτά τα διάφορα εργαλεία που κρατούσαν), ούτε πόδια, παρά μόνο ένα μονοκόμματο κοντό σώμα (στο οποίο ήταν σκαλιστά ανάγλυφα τα χέρια και τα πόδια) και το κεφάλι.
Θες από λόγους αισθητικής, θες από λόγους λειτουργικότητας, ή απλά ίσως λόγω …marketing (?), τα πλεϋμομπίλια κέρδισαν κατά κράτος τη μάχη με τους επίδοξους ανταγωνιστές τους, έστω κι αν μερικές κακεντρεχείς και τα μάλα αδαείς γλώσσες τα θεωρούσαν απλώς ως «τις μικρές κουκλίτσες των αγοριών», αφού ήταν απαγορευτικό επιπέδου βλασφημίας και ιεροσυλίας να ασχολούνται τα αγοράκια με Bi-Bi-Bο , Barbie και τα συναφή. Το «μικρό μου Πόνυ» και οι «Φωτεινούληδες» εξαιρούντο του κανόνος διότι εθεωρούντο unisex παιχνίδια, αλλά κυρίως διότι ως εμπνευσμένα από το ζωικό βασίλειο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ‘συμπληρωματικά’ ζώα για τα πλεϋμομπίλια (που είχαν ήδη βέβαια τα δικά τους ζωάκια) και τα οποία πλεϋμομπίλια ήταν πάντα το σημείο αναφοράς.
Πέρα από τις τεχνικές προδιαγραφές τους, όμως, και το γεγονός ότι καλύπτανε όλο το φάσμα των πιθανών και απίθανων ιδιοτήτων, επαγγελμάτων και ανθρώπων σε μοντέρνους και ιστορικούς χρόνους (το πλεϋμομπίλι-αστυνόμος, το πλεϋμομπίλι-αστροναύτης, το πλεϋμομπίλι-ακροβάτης ή κλόουν, το πλεϋμομπίλι-πολεμιστής, ιππότης, πειρατής, κλπ, κλπ), ο κυριότερος παράγοντας της επιτυχίας τους ήταν ο τρόπος που εμείς τα παίζαμε και τους δίναμε «ζωή».
Διαλέγαμε ένα συγκεκριμένο πλεϋμομπίλι, το αγαπημένο μας, τον «ήρωά» μας, με το οποίο «ταυτιζόμασταν» και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την προβολή του εαυτού μας στον πλεϋμομπιλίστικο μικρόκοσμο. Από εκεί αρχίζανε όλα...
Ποτέ δεν λέγαμε ότι πάμε να «παίξουμε με τα πλεϋμομπίλ». Πηγαίναμε να κάνουμε ...«εκπομπές»! Δεν ξέρω πώς μας είχε κολλήσει αυτό τότε, πιθανόν επηρεασμένοι από την τηλεόραση, ή και λόγω του ότι η λέξη «εκπομπή» φάνταζε πιο πομπώδης και βαρύγδουπη στα παιδικά αυτιά και χείλη, από την κοινότυπη λέξη/έννοια παιχνίδι (όλοι έχουν παιχνίδια και παίζουν, εμείς πώς θα ξεχωρίζαμε?) αλλά πάντως «δεν παίζαμε», εμείς κάναμε εκπομπές.
Εδώ να σημειώσω ότι μιλάω πάντα στον πληθυντικό γιατί ποτέ δεν υπήρξα και δεν λειτουργούσα ως μονάδα. Είχα την ευτυχία να έχω τον αδερφό μου σε μικρή ηλικιακή απόσταση από εμένα -από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι και τον αδερφό μου δίπλα μου- και δεν νοούνταν παιχνίδι στο οποίο να μη συμμετέχουμε και οι δυο, δηλαδή να μην υπάρχει κάποια σχέση «διαλεκτικής» μεταξύ μας.
Άλλωστε ο όλος τρόπος του παιχνιδιού (εεε, συγγνώμη της εκπομπής ήθελα να πω!) περιλάμβανε ερωταποκρίσεις, φωνές, μιμήσεις και δρώμενα, τα οποία δεν θα είχαν κανένα νόημα να τα κάνει και να τα λέει κανείς μόνος του στον τοίχο ή στο...βρόντο. Ήμασταν δηλαδή ταυτόχρονα και πρωταγωνιστές και ακροατήριο εναλλάξ.
Το πλεϋμομπίλι-alter ego μας είχε πάνω κάτω τις ίδιες ιδιότητες με μας, του δανείζαμε το ύφος μας και το «ζωντανεύαμε» με τη φωνή και τις κινήσεις μας. Πού και πού του δίναμε και καμιά παραπάνω ιδιότητα για ...μπόνους, που μάλλον αποτελούσε ευσεβή μας πόθο αλλά είτε δεν την είχαμε είτε ήταν τελείως εξωπραγματική. Γενικώς όμως φροντίζαμε ώστε τουλάχιστον κατά 90%, ας πούμε, ο πλεϋμομπιλίστικος κόσμος μας να ακολουθεί τους «νόμους» του κανονικού κόσμου, και οι όποιες «υπερβάσεις» να αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι αν υποτίθεται χτυπούσε ένα πλεϋμομπίλι, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε ή να το κινήσουμε άμεσα και γρήγορα, διότι «πονούσε», και δεν θα κάναμε εμείς «τα ψέματα» «όπως στις ταινίες», που ο άλλος τρώει δέκα μπουνιές, και σηκώνεται σε δυο δευτερόλεπτα πάλι αλώβητος και φορμαρισμένος!
Οι εκπομπές μας λοιπόν ήταν ολόκληρα σενάρια και ιστορίες, οι οποίες κατά κύριο λόγο ήταν αυτοσχεδιασμοί επί τόπου, που μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτη εξέλιξη, και πολλές πιθανές μελλοντικές εκδοχές επηρεαζόμενες από τη διάθεση της στιγμής, τη φαντασία σίγουρα και συνεχώς, αλλά και από τυχαία περιστατικά του περιβάλλοντος χώρου. Για παράδειγμα αν είχαμε συγκεντρωμένο ένα στρατό από Ινδιάνους στην άκρη του χαλιού, και από μια άγαρμπη κίνηση του αδερφού μου, ας πούμε, έπεφτε ένα βιβλίο από το τραπεζάκι και έριχνε μερικά πλεϋμομπίλια κάτω αυτό δεν ήταν αιτία για να τσακωθούμε ούτε να χαλάσουμε την «εκπομπή». Γινόταν αυτόματα μέρος του σεναρίου, το ενσωματώναμε ως γεγονός και μπορούσε να θεωρηθεί πχ ως μια «κατολίσθηση» ή «φυσική καταστροφή» που έπληξε το στρατό των Ινδιάνων!
Βέβαια κάποιες φορές υπήρχε ένα βασικό σενάριο, ιδίως όταν οι εκπομπές δεν ήταν αυτοτελείς και γινόταν «σήριαλ» σε συνέχειες λόγω χρονικών περιορισμών (πχ, διακόπταμε για να πάμε για φαγητό), αλλά και πάλι τις περισσότερες φορές το σενάριο υπήρχε μόνο και μόνο για να...αλλάξει στην πορεία.
(Συνεχίζεται.......)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου