Κυριακή 15 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 3η. «Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας!»
(...η συνέχεια)
<< Ζην, τεχνογραφείν και φιλοσοφείν >>
Αμέτρητες εκπομπές έλαβαν χώρα, ιστορίες επί ιστοριών, άλλοτε πιο απλές και «πεζές» όπως το πλεϋμομπιλο-σχολείο με τα πλεϋμομπιλο-παιδάκια το οποίο στην ουσία αντέγραφε ή/και συμπλήρωνε πραγματικές ιστορίες από τα πρώτα σχολικά μας χρόνια, μέχρι ολόκληρες ευφάνταστες περιπέτειες διαρκείας που μπροστά τους ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών πχ. και οι άλλες μυθοπλασίες του Τόλκιν θα ωχριούσαν!
Ο καιρός όμως πέρασε, τα πλεϋμομπίλια αποσύρθηκαν από το προσκήνιο, μπήκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και της μνήμης, σκεπάστηκαν και θάφτηκαν κάτω από τη σκόνη της λήθης, ενώ σταδιακά τη θέση τους διαδοχικά έπαιρναν άλλα λογιών λογιών παιχνίδια: ποδήλατα, μπάλες, αθλήματα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μέχρι που και αυτά τα παιχνίδια ελαχιστοποιήθηκαν, και αντικαστάθηκαν από κάτι άλλο, όμως δυστυχώς τα περισσότερα δεν αντικαταστάθηκαν με διαφορετικά και νέα παιχνίδια...
Και ύστερα? Σχολεία, πανεπιστήμια, δουλειές, στρατός, ξανά-δουλειές, και ούτω καθεξής... Η ζωή προχωράει και αφήνει γλυκιές και πικρές γεύσεις και αναμνήσεις, σε πολλά θυμίζει ένα μεγάλο και χαοτικό παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες, τη δική του τάξη και αταξία όπου η οργάνωση, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι μαζί με το πάντρεμα της τύχης και της συγκυρίας, δημιουργούν ένα σύνολο επάνω στον καμβά που άλλοτε μοιάζει ζυγισμένος και στέρεος σαν τα σχήματα του Vasily Kandinsky και άλλοτε μοιάζει με τις μουντζαλιές και τα μπουρδουκλώματα κάτι ντεμέκ μεταμοντέρνων και αφηρημένων μορφών «τέχνης».
Όμως παρ’όλη την φαινομενική πολυπλοκότητά των δομών και των εκφάνσεών της, η ζωή, ο τρόπος που τη βιώνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, οι σχέσεις που αναπτύσσουμε μεταξύ μας ως κοινωνικά και πολιτικά όντα, φαίνεται να διέπεται από μερικούς βασικούς, απλούς και απαράβατους (έως τώρα) κανόνες...
Αυτά όλα βέβαια θα μας απασχολήσουν εκτενέστερα σε άλλες εκπομπές, και ούτως ή άλλως είναι θέματα που δύσκολα εξαντλούνται σε ένα και μόνο δοκίμιο.
Απαντήσαμε λοιπόν στο:
Γιατί «εκπομπές»?
και εν πολλοίς και στο :
Γιατί «πλεϋμομπίλια»?
Διότι πέρα από τον εν γένει αιτιοκρατικό «παλιμπαιδισμό» που φέρνει αναγκαστικά μαζί του το χαρμόσυνο και ευτυχέστατο γεγονός της γέννησης ενός παιδιού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και όλος ο κόσμος μας, αυτές οι ανθρώπινες παρουσίες και σχέσεις/σκέψεις μέσα στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι του ιστορικού διηνεκούς, προσομοιάζουν κάλλιστα στον αθώο πλεϋμομπιλόκοσμο των παιδικών μας χρόνων.
Με μιά τεράστια διαφορά όμως....
Τότε τα πλεϋμομπίλια ήταν τα ζωντανά παιχνίδια μας....
Τώρα τα «πλεϋμομπίλια» στον «αληθινό κόσμο», τον (κά)κοσμο και (α)κοσμο κόσμο των μεγάλων, είμαστε εκούσια ή ακούσια όλοι εμείς, όσοι ενηλικιωνόμαστε (νωρίτερα ή αργότερα από τη βιολογική μας ηλικία δεν έχει σημασία) και είτε σιωπηλά και εύκολα, είτε ανθιστάμενοι και βοώντες, γινόμαστε μέρος του περίφημου «συστήματος», του «κατεστημένου», αυτού του Λεβιάθαν, τουτέστιν μέρος του παιχνιδιού άλλων ανθρώπων και δομών πέραν της δικής μας προσωπικής βούλησης και ισχύος.
Γεια σας πλεϋμομπίλια μου....
Τα (παλιά) πλεϋμομπίλια πέθαναν!
Ζήτω τα (νέα) πλεϋμομπίλια!
Εν τέλει, εκτός του Αυγούστου,
Γιατί «Τρίτη και τρείς (όχι δεκατρείς!)»?
Να που ο μαγικός, μυστικιστικός, παραδοσιακός και σημαδιακός Αριθμός τρία (3), που λέγαμε και στην ανάλυση κειμένων στο Γυμνάσιο, βρίσκει εφαρμογή και εδώ, πέρα από τον Τριαδικό Θεό, τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, την Τιάρα του Πάπα , την Τρίαινα του Ποσειδώνα ή το Τρίγωνο των Βερμούδων !
Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει...
«Την δε την Τρίτην την κακήν την πολυπικραμένην,
ημέραν τε του Ιατρού ελθόντος εις την Πόλην....»
Τρία πουλάκια κάθονταν, και δεν συμμαζευόμαστε....
Τρία τα γκόλ που έριξε και ο ΠΑΟΚ, (τρία όμως κι αυτά που έφαγε, αλλά αυτό δεν το λέμε....)
Και μπορεί να πέταξε το σεντόνι με τα αστεράκια από πάνω μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε να λέμε πως ο «πολύς» Αίαντας από ταις «Κάτω Χώραι» δεν κατάφερε ούτε να μας ρίξει κάτω ούτε να μας χορέψει στο ταψί, δεν κατάφερε να μας νικήσει τελικά ούτε μέσα ούτε έξω, και αναγκάστηκε να καταφύγει στη ζυγαριά των κανονισμών της UEFA που ορίζουν ότι όταν πετυχαίνεις περισσότερα γκολ στην έδρα του αντιπάλου από ότι αυτός στη δική σου, επειδή το ξένο είναι πιο γλυκό συνεπάγεται ότι από την πολλή ζάχαρη βαραίνει και έτσι εσύ παίρνεις όόολη τη γλυκιά πρόκριση και ο άλλος μένει με την πίκρα....
(κι ας ήτανε ...τελικά την Τετάρτη, που συνέβη το κακό!...)
Ας ελπίσουμε τώρα, ότι μετά την Ιστορικής Σημασίας Πατριαρχική Λειτουργία στην πάλαι ποτέ ένδοξη Παναγία Σουμελά, θα ακολουθήσει και διπλή εντός έδρας νίκη επί των Τούρκων ποδοσφαιρικά τουλάχιστον, (αλήθεια πόσες ομάδες της ΟΥΕΦΑ έχουν το προνόμιο να παίζουν 2 φορές στην έδρα τους?) μία στην «κανονική» και μία στη «φυσική» έδρα του Πανθεσσαλονίκειου Δικεφάλου των Κωνσταντινουπολιτών....
Εως τότε οψόμεθα....
Χαίρετε και υγιαίνετε
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ...... ένα καταπληκτικό τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου
http://www.youtube.com/watch?v=y7SRB-jNmnI
http://www.youtube.com/watch?v=y7SRB-jNmnI
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 2η. «Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας!»
Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας! Μη τα σκορπάτε εδώ κι εκεί, άντε, ώρα για ύπνο....
Πόσες και πόσες φορές δεν ακούγαμε αυτή τη φωνή της μάνας μας, που μολονότι δεν είχε το χαρακτήρα της επίπληξης ούτε ήταν ιδιαίτερα άγριας χροιάς -αν εξαιρέσει κανείς μερικά decibel παραπάνω που έπεφταν κατά καιρούς σε «ειδικές περιπτώσεις» κωλυσιεργίας ή ανυποταξίας- μάς γέμιζε με τέτοια θλίψη αντίστοιχη με αυτή που γεμίζει τον τηλεθεατή το καθ’όλα ενοχλητικό και απαίσιο «διάλειμμα για διαφημίσεις», ιδίως όταν παρακολουθεί μια ενδιαφέρουσα ή περιπετειώδη ταινία, ή ακόμα χειρότερα αντίστοιχη με τη θλίψη-αγανάκτηση του θεατή θερινού σινεμά που δέκα λεπτά πριν να τελειώσει η ταινία, σταματάει απότομα η προβολή της για «τεχνικούς λόγους»!
Πλεϋμομπίλια... Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις...
Είναι τα πασίγνωστα πλαστικά ανθρωπάκια ‘playmobil’ που σε μιά περισσότερο ελληνοποιημένη παραφθορά της ξένης ονομασίας τους εντάσσονται εκ μεταγραφής στους κανόνες της ελληνικής γραμματικής... Το πλεϋμομπίλι (ουδέτερο γαρ, ως παιχνίδι, διότι θα ήταν too much να αρχίζαμε να λέμε o πλεϋμομπίλης και η πλεϋμομπιλίτσα), του πλεϋμομπιλιού, τα πλεϋμομπίλια, και ούτω καθ’εξής.
Τα πλεϋμομπίλια, λοιπόν, κατείχαν τα σκήπτρα και τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά την κατανομή του ανέφελου «ελεύθερου χρόνου» της παιδικής μας ηλικίας. Ήταν μακράν το πλέον αγαπημένο μας παιχνίδι.
Όπως το βλέπω, ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τη μυστική συνταγή της επιτυχίας του, δεδομένου ότι σαν ιδέα δεν ήταν δα και τίποτα το ιδιαίτερο ή πρωτότυπο (αγαλματίδια και κάθε λογής λογής κουκλάκια, μπιχλιμπίδια και ‘μπαρμπαδάκια’ έχουμε από την προϊστορική εποχή ακόμα!...) και εκτός αυτού είχε ήδη και αρκετούς ανταγωνιστές. Για παράδειγμα τα επίσης κλασσικά LEGO που ενώ άρχισαν με τουβλάκια και κατασκευές, τό’ριξαν κι αυτοί στα ‘μπαρμπαδάκια’ (ίσως και λόγω ανταγωνισμού με τα πλεϋμομπίλια), με τη διαφορά ότι κρατούσαν την τετραγωνισμένη λογική και το ‘τουβλακίστικο’ design ακόμη και στα ανθρωπάκια, οπότε αυτά έφερναν περισσότερο σε κάτι σαν το σημερινό Μπομπ Σφουγγαράκη παρά σε κανονικό ανθρωπάκι! Επίσης, θυμάμαι και κάτι άλλα μικρά μπαρμπαδάκια, που τα λέγανε κάπως σαν Πινγκ-Πονγκ ή Πίν-Πομ ή Πον-Πον ή κάπως έτσι τελοσπάντων, κοντοστούπικα, μονοκόμματα, με ένα χαρακτηριστικό υπερμεγέθες (για το μπόι τους) κυλινδρικό περιστρεφόμενο κεφάλι, με χαρακτηριστικά «αυτάκια» (δυο εξογκωματάκια δηλαδή, στα πλαϊνά του κεφαλιού τους) όπου προσαρμοζόταν τα μαλλιά τους σαν να ήταν περούκες. Το κακό όπως προείπα ήταν ότι δεν είχαν χέρια (μόνο κάτι εσοχές όπου έμπαιναν σφηνωτά τα διάφορα εργαλεία που κρατούσαν), ούτε πόδια, παρά μόνο ένα μονοκόμματο κοντό σώμα (στο οποίο ήταν σκαλιστά ανάγλυφα τα χέρια και τα πόδια) και το κεφάλι.
Θες από λόγους αισθητικής, θες από λόγους λειτουργικότητας, ή απλά ίσως λόγω …marketing (?), τα πλεϋμομπίλια κέρδισαν κατά κράτος τη μάχη με τους επίδοξους ανταγωνιστές τους, έστω κι αν μερικές κακεντρεχείς και τα μάλα αδαείς γλώσσες τα θεωρούσαν απλώς ως «τις μικρές κουκλίτσες των αγοριών», αφού ήταν απαγορευτικό επιπέδου βλασφημίας και ιεροσυλίας να ασχολούνται τα αγοράκια με Bi-Bi-Bο , Barbie και τα συναφή. Το «μικρό μου Πόνυ» και οι «Φωτεινούληδες» εξαιρούντο του κανόνος διότι εθεωρούντο unisex παιχνίδια, αλλά κυρίως διότι ως εμπνευσμένα από το ζωικό βασίλειο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ‘συμπληρωματικά’ ζώα για τα πλεϋμομπίλια (που είχαν ήδη βέβαια τα δικά τους ζωάκια) και τα οποία πλεϋμομπίλια ήταν πάντα το σημείο αναφοράς.
Πέρα από τις τεχνικές προδιαγραφές τους, όμως, και το γεγονός ότι καλύπτανε όλο το φάσμα των πιθανών και απίθανων ιδιοτήτων, επαγγελμάτων και ανθρώπων σε μοντέρνους και ιστορικούς χρόνους (το πλεϋμομπίλι-αστυνόμος, το πλεϋμομπίλι-αστροναύτης, το πλεϋμομπίλι-ακροβάτης ή κλόουν, το πλεϋμομπίλι-πολεμιστής, ιππότης, πειρατής, κλπ, κλπ), ο κυριότερος παράγοντας της επιτυχίας τους ήταν ο τρόπος που εμείς τα παίζαμε και τους δίναμε «ζωή».
Διαλέγαμε ένα συγκεκριμένο πλεϋμομπίλι, το αγαπημένο μας, τον «ήρωά» μας, με το οποίο «ταυτιζόμασταν» και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την προβολή του εαυτού μας στον πλεϋμομπιλίστικο μικρόκοσμο. Από εκεί αρχίζανε όλα...
Ποτέ δεν λέγαμε ότι πάμε να «παίξουμε με τα πλεϋμομπίλ». Πηγαίναμε να κάνουμε ...«εκπομπές»! Δεν ξέρω πώς μας είχε κολλήσει αυτό τότε, πιθανόν επηρεασμένοι από την τηλεόραση, ή και λόγω του ότι η λέξη «εκπομπή» φάνταζε πιο πομπώδης και βαρύγδουπη στα παιδικά αυτιά και χείλη, από την κοινότυπη λέξη/έννοια παιχνίδι (όλοι έχουν παιχνίδια και παίζουν, εμείς πώς θα ξεχωρίζαμε?) αλλά πάντως «δεν παίζαμε», εμείς κάναμε εκπομπές.
Εδώ να σημειώσω ότι μιλάω πάντα στον πληθυντικό γιατί ποτέ δεν υπήρξα και δεν λειτουργούσα ως μονάδα. Είχα την ευτυχία να έχω τον αδερφό μου σε μικρή ηλικιακή απόσταση από εμένα -από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι και τον αδερφό μου δίπλα μου- και δεν νοούνταν παιχνίδι στο οποίο να μη συμμετέχουμε και οι δυο, δηλαδή να μην υπάρχει κάποια σχέση «διαλεκτικής» μεταξύ μας.
Άλλωστε ο όλος τρόπος του παιχνιδιού (εεε, συγγνώμη της εκπομπής ήθελα να πω!) περιλάμβανε ερωταποκρίσεις, φωνές, μιμήσεις και δρώμενα, τα οποία δεν θα είχαν κανένα νόημα να τα κάνει και να τα λέει κανείς μόνος του στον τοίχο ή στο...βρόντο. Ήμασταν δηλαδή ταυτόχρονα και πρωταγωνιστές και ακροατήριο εναλλάξ.
Το πλεϋμομπίλι-alter ego μας είχε πάνω κάτω τις ίδιες ιδιότητες με μας, του δανείζαμε το ύφος μας και το «ζωντανεύαμε» με τη φωνή και τις κινήσεις μας. Πού και πού του δίναμε και καμιά παραπάνω ιδιότητα για ...μπόνους, που μάλλον αποτελούσε ευσεβή μας πόθο αλλά είτε δεν την είχαμε είτε ήταν τελείως εξωπραγματική. Γενικώς όμως φροντίζαμε ώστε τουλάχιστον κατά 90%, ας πούμε, ο πλεϋμομπιλίστικος κόσμος μας να ακολουθεί τους «νόμους» του κανονικού κόσμου, και οι όποιες «υπερβάσεις» να αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι αν υποτίθεται χτυπούσε ένα πλεϋμομπίλι, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε ή να το κινήσουμε άμεσα και γρήγορα, διότι «πονούσε», και δεν θα κάναμε εμείς «τα ψέματα» «όπως στις ταινίες», που ο άλλος τρώει δέκα μπουνιές, και σηκώνεται σε δυο δευτερόλεπτα πάλι αλώβητος και φορμαρισμένος!
Οι εκπομπές μας λοιπόν ήταν ολόκληρα σενάρια και ιστορίες, οι οποίες κατά κύριο λόγο ήταν αυτοσχεδιασμοί επί τόπου, που μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτη εξέλιξη, και πολλές πιθανές μελλοντικές εκδοχές επηρεαζόμενες από τη διάθεση της στιγμής, τη φαντασία σίγουρα και συνεχώς, αλλά και από τυχαία περιστατικά του περιβάλλοντος χώρου. Για παράδειγμα αν είχαμε συγκεντρωμένο ένα στρατό από Ινδιάνους στην άκρη του χαλιού, και από μια άγαρμπη κίνηση του αδερφού μου, ας πούμε, έπεφτε ένα βιβλίο από το τραπεζάκι και έριχνε μερικά πλεϋμομπίλια κάτω αυτό δεν ήταν αιτία για να τσακωθούμε ούτε να χαλάσουμε την «εκπομπή». Γινόταν αυτόματα μέρος του σεναρίου, το ενσωματώναμε ως γεγονός και μπορούσε να θεωρηθεί πχ ως μια «κατολίσθηση» ή «φυσική καταστροφή» που έπληξε το στρατό των Ινδιάνων!
Βέβαια κάποιες φορές υπήρχε ένα βασικό σενάριο, ιδίως όταν οι εκπομπές δεν ήταν αυτοτελείς και γινόταν «σήριαλ» σε συνέχειες λόγω χρονικών περιορισμών (πχ, διακόπταμε για να πάμε για φαγητό), αλλά και πάλι τις περισσότερες φορές το σενάριο υπήρχε μόνο και μόνο για να...αλλάξει στην πορεία.
(Συνεχίζεται.......)
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 1η . Εν αρχή ην ο ...Αύγουστος!
Αύγουστε καλέ μου μήνα, να’σουν δυό φορές το χρόνο...
Δεν ξέρω αν ο Αύγουστος ενδείκνυται ως μήνας και ως χρονικό σημείο κατάλληλο ώστε να αρχίζεις οτιδήποτε άλλο πέρα από τις διακοπές, εντούτοις μου φάνηκε ως μια καλή –σημειολογικά- αφετηρία για το παρόν προσωπικό μου ιστολόγιο (blog), το οποίο είχα κατά νου, είναι η αλήθεια, εδώ και καιρό να δημιουργήσω.
Πολλοί φίλοι, που με γνωρίζουν καλά, και ιδίως αυτοί με τους οποίους έχουμε περάσει ώρες ατέλειωτες σε συζητήσεις και (αμπελο)φιλοσοφίες εν παντί τόπω και χρόνω, εξέφραζαν εδώ και καιρό την απορία, -μα καλά, στις μέρες μας ώς και η «κουτσή Μαρία» έχει blog, εσύ -ειδικά εσύ ρε Μήτσο- πώς «πέρασες και δεν ακούμπησες»?
Η έλλειψη χρόνου είναι μια ουσιαστική αιτία, βέβαια, και όχι πρόφαση ή δικαιολογία, αλλά παρ’όλα αυτά θα προσπαθήσω να το υπερβώ αυτό το εμπόδιο, όσο και όπως μπορώ. Η δεύτερη αιτία είναι «τελεολογικής» φύσεως, και έχει να κάνει με την παγίως, αναλυτική, εξαντλητικά και εξακολουθητικά, φιλοσοφική σκέψη και βιοθεωρία μου, που υπερυψώνει και αναζητά τη σχέση αιτίου-αιτιατού στο καθετί: πράξη, ενέργεια, γεγονός.
Γιατί να κάνω το τάδε ή το δείνα? Τι σκοπό έχει? Απαντήσεις τύπου «για πλάκα», «για να περάσει η ώρα», και λοιπές ομοειδείς απορρίπτονται a priori και εκ πεποιθήσεως, διότι δεν καλύπτουν βασικές, εσωτερικά τιθέμενες, προϋποθέσεις. Όταν θεώρησα πως απάντησα κάπως ικανοποιητικά σε αυτά τα ερωτήματα, είπα ότι ήγγικεν η ώρα για να πιάσουμε εκτός των άλλων και τη «διαδικτυακή πένα». Επιφυλάσσομαι, για περισσότερες εξηγήσεις και ανάλυση σε μελλοντική δημοσίευση για να μη μας πέσουν και βαριά όλα μαζί με το «καλημέρα»...
Μην περιμένετε να δείτε κάποιο πρόγραμμα ή οργάνωση, στη δομή, στη θεματολογία ή στη ροή και ανανέωση του ιστολογίου. Σχόλια, απόψεις, κείμενα, (εκ)θέσεις ιδεών, διαχρονικά θέματα, επικαιρότητα, κλπ, κατά κύριο λόγο, «ατάκτως ερριμμένα» (εδώ δεν μπορούμε να βάλουμε τάξη στα πέντε χαρτιά του γραφείου μας, θα βάλουμε στο blog?) αναλόγως το κέφι, τη διάθεση, τον «οίστρο» αλλά και τη συγκυρία. Εάν «δημοσιογράφοι» είναι αφενός οι «περί των δημοσίων γράφοντες» και αφετέρου οι «δημόσια γράφοντες», τότε δέχομαι και αυτόν τον διττό τίτλο, αν και γενικώς δεν τα πάω καλά με τίτλους και ταμπέλες.
Πριν όμως ξεκινήσω τις ...γρ@φές και τους μονολογοδιαλογισμούς, διανθισμένους ενίοτε και με νεολογισμούς, πρέπει να εξηγήσω τον τίτλο και τη σημειολογία... Αυτό λοιπόν θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.
Χαίρετε και υγιαίνετε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


