http://www.youtube.com/watch?v=TIyLwwf0WXk
Είναι μετά να μη λές ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ως (τραγική) φάρσα?
Όταν τα τραγούδια της δεκαετίας του '80 ξαναγίνονται επίκαιρα, τότε... δεν πάμε καλά!
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
το ανέκδοτο με το βοσκό και τον γιάπη...
(Αφιερωμένο στον Ρουμπινί και σε όλα τα "ξεφτέρια" της "Οικονομίας"....)
Ένας ßοσκός, ενώ έßοσκε τα πρόßατά του σε µια απόµερη τοποθεσία, ßλέπει από µακριά να πλησιάζει µια αστραφτερή ΒΜW.
Ο οδηγός, ένας νεαρός ντυµένος µε κοστούµι Versace, παπούτσια Gucci, γυαλιά ηλίου Ray Ban και Yves Saint Laurent γραßάτα, σταµατάει δίπλα του, κατεßάζει το παράθυρο και του λέει:
- Aν σου πω ακριßώς πόσα πρόßατα έχεις στο κοπάδι σου, θα µου δώσεις ένα;
Ο ßοσκός κοιτάει το νεαρό, που ήταν φανερά ένας γιάπης, κοιτάει και το κοπάδι και του απαντά ήρεµα: -Ναι, γιατί όχι;
Αµέσως λοιπόν ο γιάπης κατεßαίνει από το αυτοκίνητο µαζί µε ένα laptop Dell το οποίο και συνδέει µε ένα κινητό Motorola µε παγκόσµια σύνδεση της AT&T. Αφού συνδέεται µε το Internet, πηγαίνει σε µια σελίδα της NASA, και επιλέγει ένα σύστηµα δορυφορικού προσδιορισµού τοποθεσίας GPS το οποίο υπολογίζει την ακριßή τοποθεσία στην οποία ßρίσκονται και αποστέλλει τα στοιχεία αυτά σε ένα άλλο δορυφόρο της ΝASA ο οποίος σκανάρει την περιοχή και ßγάζει µια φωτογραφίαυπέρ-υψηλής ανάλυσης.
Αφού επεξεργάζεται τη φωτογραφία µε το πρόγραµµα Adobe Photoshop,στέλνει την εικόνα σε ένα εργαστήριο ερευνών στο Αµßούργο, στηΓερµανία και µετά από µερικά δευτερόλεπτα λαµßάνει στο Palm Pilot του ένα e-mail που επιßεßαιώνει ότι η φωτογραφία έχει αναλυθεί και ταστοιχεία έχουν καταχωρηθεί σε µια ßάση δεδοµένων.
Μέσω µιας σύνδεσης ΟDBC εισχωρεί σε µια MS-SQL database και καταχωρεί όλα τα στοιχεία σε ένα φύλλο εργασίας Excel το οποίο και στέλνει µέσω e-mail στο Blackberry του.
Μετά από λίγα λεπτά εκτυπώνει µια έκθεση 150 σελίδων µε έγχρωµες φωτογραφίες από τον καινούργιο του HP LaserJet εκτυπωτή και αφού τη διαßάζει λέει στο ßοσκό:
-Έχεις ακριßώς… 1586 πρόßατα!!!!’.
-Έχεις ακριßώς… 1586 πρόßατα!!!!’.
-Ακριßώς, λέει ο ßοσκός. – Καλώς λοιπόν, µπορείς να πάρεις όποιο πρόßατο θέλεις και κοιτάζει το νεαρό καθώς διαλέγει το ζώο και το µεταφέρει στο πορτ-µπαγκάζ του αυτοκινήτου.
Εκείνη τη στιγµή, λέει ο ßοσκός στο νεαρό:
-Να σου πω………… αν ßρω ακριßώς τι δουλειά κάνεις, θα µου επιστρέψεις το πρόßατο;
Ο γιάπης το σκέφτεται για µια στιγµή, και µετά λέει γελώντας στο ßοσκό:
-ΟΚ, γιατί όχι;
-Είσαι σύµßουλος επιχειρήσεων, λέει ο ßοσκός.
-Απίστευτο, λέει αποσßολωµένος ο νεαρός, έτσι είναι!!
-Μα πώς το µάντεψες;
-Δεν είναι και τόσο δύσκολο, λέει ο ßοσκός.
-Ήρθες από το πουθενά, χωρίς να στο ζητήσει κανείς, θέλεις να ßρεις για εµένα µια απάντηση που ήδη γνωρίζω, σε µια ερώτηση που δεν σε ρώτησε κανείς και θες και να πληρωθείς και γι’ αυτό, και το καλύτερο: δεν έχεις ιδέα από αυτή την επιχείρηση….
Τώρα, θα µου δώσεις πίσω το σκύλο µου?
Εκπομπή 7η. Αμέ, αμέ, αμέ, τη ...Στρουμφίσαμε!
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δάσος. Και μέσα στο δάσος, αν ήμασταν καλά παιδάκια μπορεί να βρίσκαμε και τα στρουμφάκια τα οποία ζούσαν σε κάτι φανταχτερά κοντόχοντρα ζουμπουρλούδικα μανιταρόσπιτα. Όλα τα Στρουμφάκια είχανε μια ξεχωριστή χαρακτηριστική ιδιότητα, η οποία υπερτονιζόταν και αποτελούσε το διακριτικό τους σε σχέση με τα άλλα στρουμφάκια. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η «ιδιότητα» αυτή μάλλον ήταν ένα κουσούρι (βλέπε Χουζούρης, Λιχούδης, Σπιρτούλης ,κλπ) αλλά υπήρχαν και τα πιο μαγκιόρικα στρουμφάκια που όλοι ταυτιζόμασταν με αυτά όπως ο μάστορας-εφευρέτης-πολυτεχνίτης-και δεν ξέρω γω τι άλλο- Ξεφτέρης, αλλά και ο μπρατσαράς ο Προκόπης με τα βαράκια του και τις γυμναστικές του που γλυκοκοίταζε πού και πού τη Στρουμφίτα. Ποτέ δεν μας λύθηκε βέβαια η απορία γιατί η Στρουμφίτα ήταν μόνο μία, και τίνος παιδί ήταν το Μπεϊμπυ-Στρουμφ, αλλά καθώς φαίνεται μάλλον θα πρέπει να αποδεχτούμε τελικά το γεγονός ότι αυτή η απορία θα μας ταλανίζει εις το διηνεκές.
Βέβαια όσο περνάνε τα χρόνια και το τροπάριο αλλάζει, αλλάζουν και τα πρότυπα κι έτσι από ΞεφτεροΠροκόπηδες μεταμορφωνόμαστε σιγά σιγά σε Μπαμπα-Στρουμφ...!
Αποκτήσαμε από καιρό την περίφημη ποδάγρα του (μήπως εκείνα τα περίφημα μαγικά φίλτρα του ήτανε τίποτα Τζώνια και Πέρδικες και μπεκρόπινε ο μπάρμπας τα βράδια χωρίς να μας το λέει?), αποκτήσαμε και το πρώτο συνθετικό του ονόματός του ήδη, θέλω να πιστεύω ότι διαθέτουμε ένα σεβαστό μέρος του κύρους και της λαϊκής (φιλο)σοφίας του, και μας μένουν κάτι ψιλοπράματα και λεπτομέρειες ακόμα, όπως τα άσπρα γένια (που ελπίζω να αργήσουν αρκετά ακόμα...) και το κόκκινο βρακί, που στυλιστικά δεν με βρίσκει σύμφωνο...
Σήμερα όμως είναι η μέρα του ...Γκρινιάρη! Όχι ότι είμαι εκ φύσεως γκρινιάρης ή όλα μου φταίνε και με ενοχλούν. Τουναντίον μάλιστα, πιθανότατα βαδίζω στην ακριβώς αντίπερα όχθη, και έχω καρδιά αμπάρι, καθώς λένε, για τα περισσότερα θέματα... Όμως ο ατακαδόρος μπλε ανθρωπάκος των αξέχαστων σλόγκαν τύπου «Μου τη δίνει το ξυπνητήρι», «Μου τη δίνει ο Δρακουμέλ», και όλων των λοιπών «Μου τη δίνει....» και «Μου τη σπάει....», θα μου επιτρέψει να χρησιμοποιήσω το μότο του:
Μου τη δίνουν οι οικονομολόγοι (και οι ‘οικονομολογούντες’... πολιτικοί, δημοσιογράφοι, τραπεζίτες...) και όλο το συνάφι τους!
Και μου τη δίνουν όχι τόσο για αυτά που λένε, από τα οποία αν αφαιρέσεις όλα τα βαρύγδουπα και πομπώδη περιτυλίγματα, τις γαρνιτούρες και τις σούπερ-ντούπερ σπέσιαλ ορολογίες περί spreads και funds και interests και δεν συμμαζευόμαστε, αυτό που μένει είναι τόσο ηλίου φαεινότερο που θα στο’λεγε με δυο κουβέντες και η γιαγιά μου, κάπως περίπου όπως στη γνωστή διαφήμιση με τις γιαγιάδες και τις κατσίκες (by far πιο αποδοτικιά)!
Τώρα τελευταία είναι πολύ της μόδας αυτός ο περιφερόμενος καραγκιόζης ο Ρουμπινί. Μάλλον ο ίδιος δεν είναι καραγκιόζης, αλλά είναι αυτοί που τον ακούν και τον θαυμάζουν, και πολύ περισσότερο αυτοί που τον χρυσοπληρώνουνε για να κάνει τον ντελάλη των «βαθυστόχαστων» αναλύσεών του... Ο άνθρωπος, στην καλύτερη περίπτωση, μάλλον έχει βρει έναν εύκολο και αεριτζήδικο τρόπο να τα κονομάει, σαν κάτι ταχυδακτυλουργούς που κάνουν φτηνά κόλπα και το παίζουν μάγοι και προφήτες, ενώ αν δεχτούμε τα συνωμοσιολογικά σενάρια τότε είναι απλώς ένα στρατιωτάκι πρώτης γραμμής που υπηρετεί τα συμφέροντα της σκιώδους Νέας Τάξης που απλώνει πλέον τα πλοκάμια της απροκάλυπτα παντού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.
Τι μεγάλες και τρανές σοφίες μας είπε ετούτος ο τύπος? ΄Οτι αν παραφουσκώνεις ένα μπαλόνι αυτό κάποτε θα ....σκάσει! Όλεεε, μπράβο....Μόνος σου το σκέφτηκες ρε μεγάλε ή πήρες και τη βοήθεια του κοινού? Ή ότι αν τραβάς νερό από ένα πηγάδι με τρύπιο κουβά μάλλον θα ....πεθάνεις της δίψας! Πω πω πω είναι για θάμα ο μάγκας! Κι εγώ που νόμιζα πως αυτό με το Χότζα και τον άλλον το βλάκα απάνω στο κλαδί που το πριόνιζε και μετά έπεσε, ήταν μόνο ανέκδοτο...
Να δεις τελικά που και ο σύγχρονός μας, πατριώτης του (Τουρκικής καταγωγής) Νουριέλ Ρουμπινί τις ίδιας αξίας προφητείες με το Χότζα λέει, αλλα με τη διαφορά ότι αυτουνού εδώ του τα ρίχνουν και χοντρά! Και να’ταν ο μόνος?
Έχουμε γεμίσει από «στοχαστές» και «προφήτες» ...της δεκάρας! Θέλετε μερικά παραδείγματα (αν και όχι όλα του ίδιου βεληνεκούς). Πάρτε εκείνον τον συμπαθή κατά τα άλλα Λιβανέζο, τον Νασσίμ Νίκολας Ταλεμπ, τον συγγραφέα του «Μαύρου Κύκνου». Ή πάρτε τον άλλο τον «δικό μας» τον «κουμπάρο» τον Κύπριο τον Χρ. Πισσαρίδη που πήρε και Νόμπελ ....Οικονομίας! Ο μεν πρώτος ανέλυσε τον παράγοντα υποτίθεται του τυχαίου ή ασήμαντου γεγονότος που αν βάλει το δαχτυλάκι του σε εγγενώς παθογενείς καταστάσεις και συστήματα μπορεί να προκαλέσει τσουνάμι αναστατώσεων, κρίσεων ή/και καταστροφών ή να διογκωθεί βάσει της ντομινοθεωρίας και γενικώς να κάνει πολύ ντόρο και κακό για το τίποτα, λειτουργώντας όπως περίπου το ράδιο-αρβύλα σε ένα μεγάλο παρακμιακό στρατόπεδο (έτσι λειτουργεί όμως και στην πραγματικότητα η παγκόσμια Οικονομία, τα χρηματιστήρια, οι ισοτιμίες νομισμάτων, κλπ) ενώ ο δεύτερος, αν κρίνουμε και από τα όσα είπε και πρότεινε για την κρίση στην Ελλάδα θύμισε την περίφημη γαλλική αριστοκρατική ρήση: «Μα τι γκρινιάζουν επιτέλους αυτοί οι προλετάριοι ότι δεν έχουν να φάνε ψωμί? Ας φάνε παντεσπάνι...(όταν θα αποδώσουν τα «μέτρα» που θα πάρουμε, δηλαδή ίσως στον Παράδεισο μετά θάνατον...).
Κατά τη γνώμη μου βέβαια δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν Νόμπελ Οικονομίας. Διότι τι πάει να πει Νόμπελ Οικονομίας? Έκανες καμιά ανακάλυψη που βοήθησε τον κόσμο κύριε? Ανακάλυψες μήπως πώς να πετάω ένα Ευρώ στο «πηγάδι των ευχών» και λίγο μετά να μου πετιέται ένας πίδακας με κατοστάευρα (πραγματικής αξίας και όχι πλαστά όμως)? Αποκωδικοποίησες κανέναν φυσικό μηχανισμό? Επειδή είπες πέντε μπαρμπούτσαλα για ένα σύστημα που εξ ορισμού και εκ γενετής αφεαυτό είναι φούσκα, μπαρούφα, τζόγος, όργιο φημών, αέρα, σαβούρας και νταβατζήδων, αξίζεις και βραβείο?
Τα Νόμπελ αξίζουν μόνο στις Φυσικές επιστήμες, Φυσική, Χημεία, Βιολογία και στην Ιατρική. Που ανακαλύπτουν κάτι. Ενα φυσικό νόμο, μια δύναμη, ένα σωματίδιο, ένα άστρο, ένα μόριο, ένα φάρμακο, ένα κατιτίς τελοσπάντων ρε παιδί μου που είτε δεν το ξέραμε καθόλου πριν, είτε είναι κάτι που ενδέχεται να βελτιώσει τη ζωή μας με κάποια εφαρμογή του κάπου, κάπως, κάποτε.
Οι άλλοι είναι για τα πανηγύρια. Και το ομολογούν και οι ίδιοι άλλωστε, έστω και κεκαλυμμένα. Όταν μόνοι τους εισάγουν τις ένοιες της «πραγματικής» οικονομίας, της παραγωγής, κλπ, και τη διαχωρίζουν σαφέστατα από την άλλη, την τραβεστί «οικονομία» του αέρα του κοπανιστού, των χρηματοπιστωτικών συμβούλων και συμβουλών, των «υπηρεσιών»,κλπ, που και οι ίδιοι υπηρετούν.
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε και το γνωστό ανέκδοτο με τον βοσκό και τον γιάπη. (θα σας το δώσω με παραπομπή γιατί βαριέμαι να το ξαναγράφω...)
Αλλά, ειλικρινά, με όλα αυτά που βλέπω, διαβάζω και ακούω από αυτούς τους κυρίους και άλλους τόσους επώνυμους και ανώνυμους γύρω τριγύρω, θα με κάνουν να καραφλιάσω στο τέλος, θα φρικάρω και θα σηκωθώ μια ωραία πρωία, έτσι για το αντέτι, για ένα πείσμα, για ένα γινάτι και για ένα γαμώτο να πάω να σπουδάσω και Οικονομικά! Να πάω να δω όλες αυτές τις γιγαντοτεράστιες σοφιστείες και τις θεωρητικές αλχημείες «εκ των έσω», να δω πώς διάολο και με τι υλικό γεμίζουν προγράμματα σπουδών τεσσάρων ή και περισσοτέρων ετών και γίνονται όλοι τέτοιοι φωστήρες και προφεσσόρια (κάτι καθηγηταράδες σαν τον Αλογοσκούφη, τον Παπαθανασίου, τον Παπακωνσταντίνου και Σία, ένα πράμα, πχ) και εν τέλει ωσάν το Δούρειο Ίππο να έχω και την επιστημονικοφανή νομιμοποίηση πλέον να τους αντιμετωπίσω με τα ίδια τους τα όπλα και τις ορολογίες τους, και όχι μόνο με την κοινή λογική και τα δυο-τρία Οικονομικής φύσης και μάνατζμεντ μαθήματα που κάναμε στο Πανεπιστήμιο.
Μου τη δίνουν όλοι αυτοί οι σοβαροφανείς και σπουδαιοφανείς εξυπνάκηδες ντενεκέδες με τις «λύσεις» και τις (ανα)λύσεις που προτείνουν!
Και μου τη δίνει περισσότερο, που ενώ ξέρουν τι γίνεται και πώς λειτουργεί το σύστημα γενικώς, κάνουν πως δεν βλέπουν και δεν ακούνε και (στραβ)αρμενίζουν προσπαθώντας να μας πείσουν ότι ο γιαλός είναι στραβός!
Για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εγώ θα σας πώ το μάθημα «με δικά μου λόγια» (όπως έκανα πάντα) και με βάση ένα πάντρεμα που θα κάνω μεταξύ της κοινής λογικής και των λίγων «κολυβογραμμάτων» περί «επιστήμης» Οικονομικών που ξέρω...
Σε πρώτη φάση αντιλαμβάνομαι την Οικονομία σαν αυτό που ξεκινήσε με την εφεύρεση των νομισματικών αξιών. Τουτέστιν μια διαδικασία αποτίμησης και αντιστοίχης προϊόντων και υπηρεσιών που είναι πολυποίκιλα, πολυάριθμα και ετερογενή, με ένα μέσο κοινής αναφοράς δηλαδή το «νόμισμα», αυτό το κωλόχαρτο.
Αν αυτή η διαδικασία ήταν συμπαγής, διαφανής, κοινή και στάνταρ, δεν θα υπήρχε πρόβλημα εκ πρώτης όψεως. Όμως τα δεινά ξεκινάνε ακριβώς επειδή ο καθένας έχει την ευχέρεια να τα ορίζει και να τα χειρίζεται όπως το...φούρνο του Χότζα!
Εξηγούμαι. Πόσο κοστίζει ένα πορτοκάλι? 1 ευρώ? 1 δολάριο? 1 γιεν? Ποιος το καθορίζει αυτό? Γιατί υπάρχει η διαφορά στις τιμές? Δεν είναι το ίδιο το αγαθό? Άνω τελεία εδώ (έτσι κι αλλιώς σαφής απάντηση δεν υπάρχει, και οι οικονομολόγοι θα σου αρχίσουν τις θεωρίες περί προσφοράς-ζήτησης, ανταγωνισμού, κόστους παραγωγής, χώρα προέλευσης, και μπλα μπλα μπλα).
Δεύτερον, άντε και κοστίζει μισό δολάριο. Τι εστί δολάριο? Και γιατί 1 δολάριο είναι 0,7 Ευρώ και όχι το αντίστροφο ας πούμε? Εδώ αρχίζει και γίνεται της μουρλής πλέον. Τι λέγαμε για τα νομίσματα και τις ισοτιμίες? Ό,τι φανεί του Στεφανή... αλλά του Στεφανή εκείνου που «περνάει το κομμάτι του»...
Αν θα το λέγαμε με παράδειγμα, θα είχε ως εξής: Είμαι εγώ ο Μήτσος, ωραία? Όκει, πάμε παρακάτω. Σηκώνομαι ένα πρωί και λέω δουλειά δεν έχω δεν κάνω ένα νόμισμα? Αντε και το έκανα, και το βαφτίζω «Μητσοδόλαρο»... Τυπώνω ένα μάτσο από Μητσοδόλαρα λοιπόν και πάω έξω στην αγορά. Πιάνω έναν μανάβη και του λέω: μάστορα, θέλω μια σακούλα πορτοκάλια! Εντάξει ρε φίλε, πάρε 3 κιλά, κάνουν 2 Ευρώ. Τον κοιτάζω εγώ, αρπάζω τη σακούλα και του λέω: Ακου να δεις φίλε...εγώ σου δίνω 1 Μητσοδόλαρο και πολύ σου είναι, και άμα σ’αρέσει! Ο μανάβης πάει να αντιδράσει, άλλα επειδή με βλέπει μπουρινιασμένο, και επειδή εξάλλου του ρίχνω δυο κεφάλια και έχω και τα μισά του χρόνια σκέφτεται από μέσα του «άμα τα βάλω με αυτόν τον νταή, και τα πορτοκάλια θα χάσω, και στο νοσοκομείο θα καταλήξω, οπότε ας του δώσω τη σακούλα για ένα Μητσοδόλαρο, κι ας πάω πάσο...» Έτσι εγώ παίρνω τα πορτοκάλια που δεν είχα, με ένα νόμισμα που τύπωσα κατά βούληση, γιατί είμαι μάγκας και νταής.
Μη γελάτε. Αυτή είναι η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (σημειωτέον χώρας με το μεγαλύτερο ‘χρέος’) που ετσιθελικά και λόγω του ότι έχει την ισχύ των όπλων παγκοσμίως αποτιμά αυθαίρετα και στο δικό της νόμισμα (το οποίο τυπώνει κατά βούληση) όλα τα αγαθά τα δικά της και των άλλων (και κυρίως το πετρέλαιο της Μ. Ανατολής).
Παράδειγμα Βου. Είμαι ο γνωστός Μήτσος με υπερπολύτεκνη οικογένεια, και έχω πάλι τα δικά μου Μητσοδόλαρα. Βγαίνω μια γύρα έξω και βλέπω τι γίνεται στον κόσμο, ότι όλοι αγοράζουν πορτοκάλια για ένα Ευρώ το κιλό. Εγώ πάω και τους λέω ότι έχω πορτοκαλιές στον μπαξέ μου και μπορώ να τους πουλήσω από κει για 1 Μητσοδόλαρο το κιλό. Πλην όμως για να είμαι ανταγωνιστικός λέω ότι το Μητσοδόλαρο έχει αξία όσο το 1/10 του Ευρώ! Οι άλλοι τρίβουν τα μάτια τους και λένε, να η ευκαιρία θα αγοράζουμε πορτοκάλια μόνο από το Μήτσο!!! Επειδή όμως η καλλιέργεια του πορτοκαλιού έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις, διαδικασίες και «κόστη» για να μπορέσω εγώ να δίνω μαζική παραγωγή και σε αυτή την τιμή (ή και ακόμα χαμηλότερη) πάω και μαζεύω τα παιδιά μου τα μπαγλαρώνω στο ξύλο και τα βάζω να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδι, άλλα να σκάβουν, άλλα να κλαδεύουν, άλλα να ποτίζουν και άλλα να μαζεύουν πορτοκάλια. Μην κλαίτε. Αυτή είναι η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ!
Πήρα ως παράδειγμα δυο χώρες που θεωρούνται «μεγάλοι παίκτες» στην παγκόσμια οικονομία και πιστεύω έγιναν κατανοητές οι μέθοδοί τους. Μπορώ νας πω αντίστοιχα παραδείγματα και για όλες τις άλλες χώρες, αλλά θα το μακρύνω πολύ το σεντόνι...
Το κλου είναι έτσι κι αλλιώς, ασχέτως των μεθόδων, ότι η «οικονομία» ως πράξη αντιστοίχισης πραγματικών αξιών με ένα μάτσο κωλόχαρτα σαν τα Μητσοδόλαρα, είναι εξ ορισμού τελείως αυθαίρετη και μπάζει από παντού! Πού θέλω να καταλήξω; Στα καθ’ημάς φυσικά. Λέμε όλοι για το χρέος. Ωραία, χρέος...Σε ποιον? Από πού? Από πότε? Γιατί? Πόσο? Γιατί τόσο και όχι κάτι άλλο? Και γιατί όλοι χρωστάν ...της Μιχαλούς? (Η πλειονότητα των κρατών ακόμη και των ανεπτυγμένων έχουν «χρέος»). Ποιο είναι το αντίκρισμα? Πότε δημιουργήθηκε? Γιατί συντηρείται? Γιατί μεγαλώνει?
Μετά λένε για το άλλο το φούμαρο την ανταγωνιστικότητα. Ποια ανταγωνιστικότητα? Να κάνω εγώ το ίδιο πράγμα με έναν άλλον αλλά να το δίνω πιο φτηνά? Κι αν ο άλλος το δίνει τζάμπα? Κι αν ο άλλος το έχει «κλεμμένο»? Μπορώ να τον συναγωνιστώ? Και γιατί να συναγωνιστώ κάτι και κάποιον προς «τα κάτω» και όχι προς «τα πάνω»? Όπως λέει και ο μπαγλαμάς ο Γιαννάκης ο Πρετεντέρης «αν η οικονομική ευρωστία, ανάπτυξη και μηδενισμός του χρέους ενός κράτους ήταν συνάρτηση της φθηνής εργασίας και κόστους παραγωγής, τότε το Μπαγκλαντές θα ήταν η πρώτη οικονομική υπερδύναμη!» και θα συμφωνήσω μαζί του.
Άρα κάτι άλλο φταίει, κάτι άλλο κρύβεται από πίσω Νομπελίστα κουμπάρε Πισσαρίδη, Γκαργκάνα, Προβόπουλε, Δασκαλόπουλε και λοιπά κύμβαλα αλαλλάζοντα... Πώς μετριέται ο ανθρώπινος κόπος? Πώς αποτιμάται? Πόσο κοστίζει η περίφημη «εργατοώρα»? και γιατί παρακαλώ η εργατοώρα του Αμερικάνου ή του Γερμανού κοστίζει όσο 1000 και βάλε του Μπαγκλαντεσιανού ή του Ζιμπαμπουανού ή του Κινέζου? Μήπως ο Γερμανός ή ο Αμερικάνος είναι τίποτα σούπερμαν και ανακάλυψε τη μέθοδο να δουλεύει 80 ώρες το 24άωρο και 10 μέρες την εβδομάδα (καθ’υπέρβαση κιόλας του Καρβελικού άσματος 25 ώρες τη μέρα, 8 μέρες την εβδομάδα,κλπ). Έτσι καταρρίπτεται και ο μύθος περί τεμπέληδων λαών και περί δουλευταράδων, που απορώ πώς και γιατί συντηρείται ως στερεότυπο τόοοοσα και τόοσα χρόνια.
Όχι κύριοι, ο άνθρωπος μπορεί να δουλέψει 5, 8, 10, 12 άντε 15 το πολύ ώρες ημερησίως, και μέχρι εκεί, είτε είναι άσπρος είτε μαύρος είτε κόκκινος είτε κίτρινος. Ακόμα και αν δεχτούμε διαφορές στην παραγωγικότητα και στις ικανότητες του καθενός οι αποκλίσεις στην απόδοση του τελικού αποτελέσματος δεν μπορεί να είναι τόσο χαώδεις όσο είναι αυτές που εμφανίζονται στις εκάστοτε «μισθολογικές αποτιμήσεις». Άρα? Άρα αλλού παίζεται το παιχνίδι. Δεύτερη άνω τελεία, διότι το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Και δεν είναι θέμα μόνο ελληνικό ή ευρωπαϊκό. Είναι παγκόσμιο, παντού και πάντα παρόν σε όλο το μήκος των Ιστορικών χρόνων.
Τα υπόλοιπα στη συνέχεια...
Μέχρι τότε
Χαίρετε και υγιαίνετε!
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
Εκπομπή 6η. Κρίση και ...φιλοσοφία
Είναι γεγονός, ότι σε περιόδους κρίσης, ύφεσης, σφιξίματος και μιας γενικότερης ανησυχίας και αγωνίας, αυξάνεται η τάση και η ροπή προς το φιλοσοφείν, ακόμη και σε άτομα τα οποία είχαν τη σχέση του διαόλου με το λιβάνι ως προς τις δυο-τρεις παραπανίσιες νοητικές στροφές, πέραν του τι θα φάμε σήμερα κι αν έχει ή όχι κρεμμύδι στο πιτόγυρο ή τι θα γίνει τώρα που έφυγε ο Νιόπλιας απ’τον Παναθηναϊκό και αν βρίστηκε ο Μαρινάκης με τον Πατέρα με σικάτη ή καραβίσια ορολογία.
Δεν ξέρω αν είναι νομοτελειακός κανόνας αυτό το «Ουδέν κακόν αμιγές καλού» ή αν ισχύει έστω το εκκλησιαστικό «Εν θλίψεσιν εγίγνωσκά σε...», πάντως το γεγονός ότι μια γενικότερη εθνική περισυλλογή βρίσκεται εν εξελίξει ακόμα και εν μέσω ατόμων τελείως αουτσάιντερ στο είδος, από εκεί που δεν το περιμένεις, στις πιο ετερόκλητες παρέες και συνάφειες, δύναται να εκληφθεί ως μια θετική παρενέργεια της Κρίσης, της ΔΝΤ-λογίας και ΔΝΤ-φοβίας, και όλων των συμπαρομαρτούντων, που μας έχει κυριεύσει ολοκληρωτικά τώρα τελευταία.
Στεναχωριέμαι ασφαλώς, αφουγκραζόμενος την κατάσταση γύρω μου, αλλά από την άλλη χαίρομαι όταν ακούω ανθρώπους, να διατυπώνουν απόψεις, να ζυγίζουν τα πράγματα γύρω τους πλέον περισσότερο, να σοβαρεύονται, και να κατανοούν έστω και εκ των υστέρων, έστω και μετά από παθήματα που θα μπορούσαν να αποφευχθούν με προτέρα σωφροσύνη (που ήταν είδος εν ανεπαρκεία τότε), και να αντιλαμβάνονται στην κυριολεξία του αυτό που λέει ο ποιητής: «Πήραμε τη ζωή μας λάθος, ...κι αλλάξαμε ζωή».
Γιατί κακά τα ψέματα, η «κρίση» (του νοός, η διάκριση, η κατανόηση, όχι η κρίση η ΔΝΤούδικη και η οικονομική που μονοπωλεί τώρα τον όρο!), ο ορθολογισμός, η σοβαρότητα, η περίσκεψη, το ζύγισμα των καταστάσεων, ήταν πράγματα, έννοιες και πρακτικές, που λίγο ώς πολύ παραγκωνίστηκαν και ξεχάστηκαν από τους περισσότερους Ελληνες στα χρόνια που ακολούθησαν το «Τσοβόλα δώσ’τα όλα», μέχρι και το περίφημο Greek Summer του 2004. Για καμιά τριανταριά χρονάκια όλες οι γενιές, νέοι, γέροι και παιδιά ξεμυαλίστηκαν και νόμισαν ότι θα ήταν αιώνια αυτή η τζερτζελοχαβαλεδιάρικη ανάπτυξη και τεχνητή ευμάρεια – φούσκα, και θεώρησαν ότι το Greek dream είναι εφικτό για όλους και για όλα. Ναι τώρα μπορείς να έχεις κι εσύ το εξοχικό σου, ναι τώρα μπορείς να έχεις κι εσύ «μπέμπα» ή μερσεντές, ναι τώρα μπορείς να πάς κι εσύ διακοπές στις Σεϋχέλλες και στον Μαυρίκιο!
Επιπρόσθετα, μπορείς κι εσύ εδώ και τώρα να ανοίξεις δικό σου μαγαζί, να γίνεις εταιρειάρχης (της πλάκας και του αέρα), (φιδ)έμπορας ή αφεντικό, και να διαφεντεύεις τη ζωή σου.
Πώς όμως; Με τι κόστος; Με ποιους όρους; Για πόσο; Οι περισσότεροι δεν έθεταν αυτά τα ερωτήματα στον εαυτό τους ή κώφευαν εντέχνως ακόμα και αν τους τα ρώταγαν άλλοι.
Το κυριότερο όμως ήταν ότι κανείς δεν ήθελε και δεν είχε τη διάθεση να δει πίσω από το μπερντέ. Η αρρώστια μας έπιασε όλους, άλλους πολύ, άλλους ξώφαλτσα, μηδέ και του γράφοντος εξαιρουμένου, ακόμα και αν ο ‘οίστρος’ του Σωκράτη μας τσίγκλαγε μέσα μας ότι κάτι δεν πάει καλά και κάποιο λάκο έχει η φάβα, σε όλο αυτό το σκηνικό, το «πολύ καλό» για να ‘ναι αληθινό.
Όμως σε κάποια θέματα είχαμε και τα δίκια μας, όπως πχ την Οικονομία που λέγαμε και σε παλαιότερη εκπομπή, ως παγκοσμιοποιημένη πρακτική αναδιανομής πλούτου με νομιμοφανείς απατεωνιές πάσης φύσεως σε ατομικό και κρατικό επίπεδο.
Αλλά η Οικονομία αφεαυτή, θα αποτελέσει το θέμα μελλοντικής εκπομπής (...μάλλον μελλοντικών, γιατί στα σίγουρα δεν εξαντλείται!)
Χαίρετε και υγιαίνετε...
Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Εκπομπή 5η. Όνειρα, πουλιά μου ταξιδιάρικα!
Θα μου πείτε, Μήτσο κάναμε μαύρα μάτια να σε δούμε... Και θα έχετε και «δίκιο»...
Αλλά, είπαμε, εδώ στο παρόν μπλόγκι δεν υπακούω σε οποιουσδήποτε κανόνες χωροχρονικούς, χωροταξικούς, υφολογικούς ή άλλους. Προσπαθώ ακριβώς αυτό, να φτάσω στην πεμπτουσία του στοχασμού και της σκέψης, της απολύτως ελεύθερης, της πηγαίας, της αβίαστης, της καθαρής, της 24άρων καρατίων ατόφιας σκέψης και άποψης, αυτής που κυλάει σαν χάρτινο καραβάκι στο ρέμα των ανεμπόδιστων συνειρμών. Αυτή αντιπροσωπεύει το «είναι» αυτό καθαυτό, ξεκάθαρο, γυμνό και μόνο, αυτή είναι η ταυτότητα και το Διαβατήριο της Ψυχής, αυτό είναι αν θέλετε το μεγαλείο που προσέφεραν οι Αρχαίοι ημών Δάσκαλοι....
Ούτε η γενιά, ούτε η καταγωγή, ούτε το ντεμέκ σπέσιαλ DNA, ούτε ο «ιχώρ» του Έλληνα νεο-Ελληνάρα, που τις περισσότερες φορές αυτός είναι ένα ιστορικό κακέκτυπο και μια καρικατούρα των προγόνων (αν ήταν και πρόγονοί του δηλαδή) που ζούσαν σε αυτή την περιοχή, ούτε άλλα τέτοια κουραφέξαλα Λιακοπουλικής ή Καρατζαφερικής ή οποιασδήποτε παρεμφερούς παπαρολογικής προέλευσης.
Με λίγα λόγια, για μένα δεν ισχύει το «Είμαι περήφανος γιατί είμαι Έλληνας», όπως δεν θά’πρεπε να ισχύει και για κανέναν λαό της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου ή της «γηραιάς ηπείρου», διότι ο ‘καταγωγικός’ ρατσισμός είναι το πιο κουφό ιστορικό παράδοξο που δυστυχώς διαιωνίζεται μέχρι τις μέρες μας, ειδικά για την ευρύτερη περιοχή μας (Στην Ισλανδία ή τα Νησιά Φερόε ας πούμε, ίσως μπορούν να επικαλεστούν γενετική, φυλετική και εθνική ομοιογένεια, εμείς εδώ στα σίγουρα όχι...)
Εγώ είμαι ή θα είμαι περήφανος αν μπορώ να ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ σαν Έλληνας, και περισσότερο περήφανος και αισιόδοξος αν μπορέσουν να το κάνουν αυτό και οι συμπατριώτες μου, κατ’όνομα Έλληνες, που έχουν καταντήσει σαν εκείνες «Του Καπιτώλιου τις χήνες με τους ένδοξους παλαι ποτέ προγόνους» που διαβάζαμε κάποτε στα αναγνωστικά του σχολείου.
Πέρα από τη σκέψη και τη διερευνητική/στοχαστική διάθεση, ίδιον εκείνων των φιλοσόφων ήταν η αγάπη για την αλλαγή, το νέο, το ταξίδι. Με το ταξίδι ανοίγει ο νους του ανθρώπου, είναι πέρα από την αλλαγή και μια μορφή ελευθερίας και ένα παραπάνω βήμα στην αυτογνωσία και τον αυτοπροσδιορισμό. Όπως στην τοπογραφία ή στην αστρονομία ή στα GPS κλπ, χρειάζεσαι τον λεγόμενο «τριγωνισμό» για να προσδιορίσεις γεωδαιτικά ένα σημείο επακριβώς σε δοθέν σύστημα αναφοράς, το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο ως οντότητα. Δεν μπορείς να προσδιορίσεις τίποτα αν είσαι κλεισμένος στο καβούκι σου και στο μικρόκοσμό σου, σε μια ρουτινιάρικη καθημερινότητα.
Το ταξίδι, το όνειρο, η φυγή, η αλλαγή, η γνώση, η εμπειρία....
Πόσο γρήγορα και γεμάτα περνάει ο καιρός όταν ταξιδεύεις! Είναι απίστευτη αυτή η σχετικότητα του χρόνου. Ο χρόνος «λάστιχο», αναλόγως της ευχάριστης ή δυσάρεστης κατάστασης και ασχολίας. Είτε ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης είτε πραγματικής και ζωντανής εμπειρίας και γεγονότος. Ειλικρινά, αν είχε το χρόνο και τους πόρους κάποιος δεν θα έπρεπε να κάνει τίποτα άλλο στη ζωή του, παρά να ταξιδεύει...
Κάποιοι τυχεροί το κάνανε και το κάνουνε ανά τους αιώνες τρόπο ζωής. Σκέφτομαι ακόμα εκείνους τους μπαρμπάδες-προ-προ-παππούδες, που ακόμα και 2.500 χρόνια πριν περνούσανε τη ζωή τους μεταξύ των μητροπόλεων του τότε γνωστού και ανεπτυγμένου κόσμου, μεταξύ Ελλάδας, Αιγύπτου, Ιωνίας, Φοινίκης, Λιβύης, Σικελίας.... στις ακαδημαϊκές στοές, στις αγορές και στα θέατρα.
Για τους περισσότερους βέβαια αυτό είναι ένα όνειρο. Αλλά και το όνειρο χρειάζεται. Η έμπνευση και η κατεύθυνση. Ακόμα και αν πραγματοποιήσεις μέρος ή και καθόλου από αυτό στο τέλος, το γεγονός από μόνο του έχει τη σημασία του.
Ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, σε μια στιγμή μεγάλης χαράς, μου ευχήθηκε όχι τίποτα άλλο παρά «να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου». Όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο συνειδητοποιώ το ειδικό βάρος αυτής της ευχής και τόσο πιο πολύ την εκτιμώ. Πράγματι το όνειρο... ο μπούσουλας, ο οδηγός, η πυξίδα....
Μου θυμίζει εκείνες τις Πανελλήνιες εξετάσεις όπου μπήκε σαν θέμα, -αν θυμάμαι ήταν το 1997 ? στην έκθεση, ως φράση από τα λεγόμενα κάποιου Εφηβου Βουλευτή, και ήταν σχετικό με το όνειρο και το ρόλο του στη ζωή του ανθρώπου. Και διαμαρτύρονταν πολλοί για το παράξενο και «σουρεαλιστικό» θέμα, και την πατήσανε ακόμα πιο πολλοί μπουνταλάδες, που είχανε μάθει απέξω κι ανακατωτά όλα τα ξύλινα και τυποποιημένα θέματα του τύπου «Τα υπέρ και τα κατά της τηλεόρασης», «η βία στα γήπεδα», κλπ,κλπ γιατί είχανε μάθει στην «εύκολη» λύση, στην παπαγαλία, στην τυποποίηση και στους τυφλοσούρτες, στα «Sos» και στα τετριμμένα...
Όσοι όμως ήτανε μάγκες, και ξέρανε να σκέφτονται, και ξέρανε να κρίνουν, βρήκαν πεδίον δόξης λαμπρό. Διότι, όπως και να το κάνουμε, αν σου δώσουν τα γνωστά περιοδικά με τα σταυρόλεξα, που έχουν και κάτι σελίδες με παιχνίδια στα οποία για να περάσει η ώρα, πρέπει να ενώσεις κάτι τελίτσες και στο τέλος βγαίνει μια ζωγραφιά, πχ ένα δέντρο, ένα πουλί ή ένα λουλούδι, όποιος και να ενώσει τις τελίτσες λίγο πολύ την ίδια πανομοιότυπη εικόνα θα βγάλει.
Όμως ο πραγματικός ζωγράφος, ο αυθεντικός, ο δημιουργικός, ο μάγκας, δεν έχει ανάγκη από τελίτσες και κουραφέξαλα. Πιάνει τον καμβά και τα πινέλα και ζωγραφίζει! Οι τελίτσες και οι οδηγοί είναι για τους αρχάριους και τους «βαρεμένους».
Και κάτι άλλο: οι αληθινοί ζωγράφοι ποτέ δεν ξέρουν ακριβώς τον προορισμό, το τελικό αποτέλεσμα. Ξέρουν μεν τη γενική εικόνα και την κατεύθυνση μες στο μυαλό τους –την έμπνευση που λέμε, αλλά όχι επακριβώς το τέλος. Αυτό ακριβώς είναι και το όνειρο. Η αρχική ιδέα, η κινητήριος δύναμη. Από κει και πέρα, το τι θα αποτυπωθεί στον καμβά της ζωής είναι άγνωστο ακόμα και σε αυτόν τον καλλιτέχνη που το «ορίζει».
Χαίρετε και υγιαίνετε...
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Εκπομπή 4η. Άιντε, και ...καλό μήνα!
Πάει ο Αύγουστος, μάς τέλειωσε, και ήρθε ο Σεπτέμβρης.
Το ζητούμενο είναι βέβαια πόσοι τον ήθελαν να έρθει και πόσο, αυτόν το Σεπτέμβρη. Τον συγκεκριμένο... Τον Σεπτέμβρη του 2010, που ήδη απέκτησε (προτού να τον δούμε τον βαφτίσαμε!) και το διόλου κολακευτικό προσωνύμιο «ο Μαύρος Σεπτέμβρης».
Δηλαδή, "τούτον το Σεπτέμβρη (και χειμώνα) άμα τον πηδήσουμε, για άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε!"
Ε, δε θέλει και πολύ να το καταλάβεις... το ΔΝΤ μπήκε για τα καλά και Δ(υ)Ν(α)Τ(ά) στη ζωή των Ελλήνων, και μένει να δούμε αν θα καταντήσουμε τελικώς Αργεντινή, ή αν θα το γυρίσουμε σε Ουγγαρέζα (όχι τη σαλάτα), αλλά την ένδοξη 'επανάσταση' εναντίον του ΔΝΤ... το θέμα από όποια version και αν το πάρεις, είναι να δούμε τελικά «Φως στο Τούνελ» και σε εύλογο σχετικά χρονικό διάστημα, και όχι τι και ποιον «δρόμο» θα ακολουθήσουμε...
Έτσι κι αλλιώς ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Δεν νομίζω να έχει υποστεί η Ελληνική κοινωνία τέτοιο πολλαπλό και ισχυρό σοκ, από το μπαράζ των μέτρων, ρυθμίσεων και κοντρα-ξανά-μανά-μεταρρυθμίσεων, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όσο αυτό που συνέβη κατά το πρώτο εξάμηνο του σωτηρίου (?) έτους 2010... Βαλλόμαστε πανταχόθεν! Πάνε τα χαβαλεδιάρικα και τζερτζελέδικα έϊτυ’ς (80's) και νάϊντυ’ς (90's), άντε έστω και με λίγο τράβηγμα και πολλά πολλά δανεικά μέχρι και το φοβερό και τρομερό μιλλένιουμ και το ‘Greek summer’ 2004...
Αλλά ότι δεν κάνανε οι δαιμόνιοι ιοί των Η/Υ, ο Νοστράδαμος και ο Αρμαγεδδών μαζί, το 2000, το κατάφεραν τρεις κρυόκωλοι μικρομεσαίοι υπαλληλίσκοι του ΔΝΤ, «δον-φούφουτοι» που λέει και γνωστού εκτοπίσματος ατακολόγος Πάγκαλος. Αν είναι μόνο έργο αυτών δηλαδή, και δεν βρήκαν άλλοθι και οι δικοί μας «σοσιαλιστές» (τι? ποιος? πού?) να περάσουν «τώρα που γυρίζει» και μέτρα που χρόνια θα θέλανε πολλές κυβερνήσεις, αλλά για τις γνωστές μικροπολιτικές σκοπιμότητες, πολιτικά κόστη,κλπ, κλπ, και για την ακόμα γνωστότερη Ελληνική τακτική ό,τι μπορείς να κάνεις αύριο, άσ’το για μεθαύριο και παραμεθαύριο, τα αναβάλανε εξ αναβολής για να τα αναβάλουν πάλι....
Έτσι με αυτά και με κείνα, το παραμύθι όχι μόνο είχε δράκο, αλλά ήταν όλο σκέτο γεμάτο δράκους! Και ακόμα δεν είδαμε ούτε πριγκιπέσες ούτε ιππότες ούτε νεράιδες... Από δράκο σε δράκο πέφτουμε να πάρει η ευχή!...
Η συγκυρία δεν επιτρέπει αισιοδοξία, ούτε και στον πλέον-σούπερ-ντούπερ-optimist! Το τραγικό είναι όμως ότι με αυτό τον τρόπο καταστρέφονται κάμποσες γενιές Νεοελλήνων μεταξύ 25-40 ετών. Τι εύκολο είναι να λές (ιδίως αν είσαι πολιτικός ή κάποιος «παράγοντας» του δημοσίου βίου –με κροκοδείλια δάκρυα, και μη ταράζοντας ούτε κεραία από το δικό σου status και life-style), στους άλλους όλους, στο «λαό», στον μισθοσυντήρητο, στον μικρομεσαίο επαγγελματία, σε όλους αυτούς δηλαδή που απαρτίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι αυτού που λέγεται Ελληνικό έθνος, κόσμος, άνθρωποι, οικογενειάρχες, νοικοκύρηδες (λιγότερο ή περισσότερο δεν έχει σημασία), ότι κοιτάξτε, γκουχ...γκουχ... έρχονται δύσκολες μέρες....γκουχ...γκουχ...το ξέρουμε ότι είναι άδικο, και μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά...το ξέρουμε ότι δεν φταίτε οι περισσότεροι, αλλά θα την πληρώσετε όλοι εσείς, για 2,3, 5 (ποιος ξέρει...) «χρονάκια» μέχρι να βγούμε από την «κρίση» και να μπούμε σε νέο «κύκλο ανάπτυξης» κλπ,κλπ...
ΤΙ ΛΕΤΕ ΡΕΕΕΕΕ !!!!!!!
Ποια «χρονάκια», ποιά «κρίση» και πιο «δίκιο» ??? πού βρήκατε εσείς το «Δίκιο» σε αυτόν τον κόσμο, να μου πείτε και μένα να πάω να το βρώ... Σου λέει από το 2012 ή 2013 και βλέπουμε μετά... Δηλαδή μέχρι τότε τι? Ξερό ψωμί κι ελιά? Για ποιο λόγο? Επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε αυτό το κράτος που από καταβολής του έμαθε να ζει με δανεικά? (όπως όμως τουλάχιστον και τα μισά από τα υπόλοιπα «κράτη» της υφηλίου επίσης...). Και τι είναι ο χρόνος για να περάσει? Ημίχρονο ποδοσφαιρικού αγώνα ή περίοδος στο μπάσκετ? Έτσι περνάει ο χρόνος και ο μήνας με 500 ή 600 ή 800 Ευρώ? Για μεροδούλι-μεροφάι μόνο? Να αντικαταστήσουμε δηλαδή το βρεφικό «μαμ-κακά και νάνι» με τη μετεξέλιξή του «μαμ (-και αυτό με ερωτηματικό πλέον)-δουλειά-κακά και νάνι» και μη θέλετε και πολλά πολλά?
Και τι είναι τα δανεικά? Από ποιούς σε ποιον και γιατί? Με τι όρους και ανταλλάγματα? Εν τέλει τι είναι και τι κάνει αυτό το παγκοσμιοποιημένο «σύστημα» που ονομάζεται «Οικονομία» (και πολύ κακώς βέβαια διότι μαγαρίζει ανελέητα δύο ελληνικότατες και σημαντικότατες έννοιες που το απαρτίζουν ως λέξη!).
Ε, λοιπόν, αν θέλετε τη γνώμη μου η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ είναι η μεγαλύτερη φούσκα, η μεγαλύτερη μπαρούφα ολκής, ό,τι πιο κοροϊδίστικο και αισχρό και αεριτζήδικο και διαβολικό «Colpo Grosso» υπάρχει και εφευρέθηκε ποτέ... Ο ορισμός του Σχετικισμού, της Αμφιβολίας, της Ανασφάλειας, της αέναης Αλλαγής, του Σκαμπανεβάσματος, της Αοριστίας, της Αδικίας, του Αήθους, της Απιστίας, της (Απ)ληστείας, της Αστάθειας, της Σαθρότητας, της Ψευτιάς, του Τίποτα, του Ευκαιριακού και του Ευκαιρισμού, του Τυχοδιωκτισμού, του Κενού, του Περιτυλίγματος, της Σχιζοφρένειας, του Αδειανού Πουκάμισου.....
Όχι ότι θέλω να το παίξω ειδήμονας κομίζοντας γλαύκαν εις Αθήνας... Αλλά με τον «κοινό νου» και την εμπειρία, δεν χρειάζεται κανείς επίσημη γνωμοδότηση της NASA για το γεγονός ότι πχ ο Ηλιος το πρωί ανατέλλει από την Ανατολή, διαγράφει τοξοειδή τροχιά κατά τη διάρκεια της ημέρας, και, τελικώς, δύει στη Δύση το δειλινό...
Έτσι λοιπόν για να κατευθύνουμε τη σκέψη μας από το «Γενικό» στο «Μερικό», (εξ αφορμής του μερικού και του εξειδικευμένου βέβαια που παντα αυτά αποτελούν το έναυσμα της νοητικής εξερεύνησης του «Γενικού» καθώς είναι πιο απτά και πιο κοντά στην καθημερινή τριβή και εμπειρία) θα δούμε γιατί ο Αριστοτέλης (με την εισαγωγή του σχετικισμού, και την παραδοχή του «αόριστου» και «μη απόλυτου» μέτρου) πέτυχε μια Πύρρειο και άνευ αντικρίσματος «νίκη» εναντίον του συμπαθέστατου –αλλά πολύ ιδεαλιστή και ουτοπιστή- μπαρμπα Σωκράτη Τσηφ-Σήνιορ-Γκράντε-Δασκάλου (που ήταν όμως κολλημένος στο «Νόμο» -ποιο νόμο?- και στις «Αρετές» -ποιες αρετές?-).
Στην πραγματικότητα, αυτός ο απύθμενος σχετικισμός είναι το όλο πρόβλημα. Αυτό είναι το πιο σπαστικό στην όλη υπόθεση, χρόοοονια ολόκληρα τώρα. Τίποτα δεν μπορείς να ορίσεις επακριβώς και τίποτα δεν μπορείς να το καλουπώσεις όπως θες εσύ. Δεν μπορείς να γίνεις Προκρούστης, που να χτυπιέσαι και να χτυπάς τον κώλο σου στο ταβάνι....
Τι είναι καλό? Τι είναι κακό? Τι είναι σωστό? Τι είναι λάθος? Τι είναι δίκαιο? Τι είναι άδικο? Τι είναι «ηθικό»? (Το νόμιμο και ηθικό που έλεγε και γνωστός εκπεσών της προηγούμενης κυβέρνησης...). Τι είναι Λογικό? Τι είναι Παράλογο? Τι είναι Πολιτεία-Πολιτεύομαι-Πολίτης-Πολιτικός? Τι είναι Δημοκρατία? (Αν υπάρχει και αν υπήρξε ποτέ?)
Αρχίζω και πυροβολάω ε? Έτσι, έτσι, για να μπαίνουμε σιγά σιγά στο ζουμί...
Διότι αν παίζεις στο Champions League, μπορείς να παίξεις σε οποιαδήποτε αλάνα μετά, αλλά το αντίστροφο μάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει...
Εκεί που αρχίζεις και κουφαίνεσαι τελείως όμως, και σου φεύγει το τσερβέλο που λένε, είναι όταν διαπιστώνεις, δυστυχώς εξ ιδίας πείρας τις περισσότερες φορές, ότι ο απόλυτος Κυνισμός, σε συνδυασμό με τη Σχετικότητα και το Αεριτζήδικο, που λέγαμε πιο πάνω, είναι ο κοινός υφέρπων Νόμος ή Βάση Λειτουργίας σε ό,τι αφορά την «διαχείριση» ανθρώπων ή/και ομάδων ή/και κρατών, από «κυβερνώντες», «ειδήμονες», «εργοδότες», «αφεντικά» και κάθε είδους θεσμικούς ή και αυτόκλητους πάτρονες.
Αυτοί σίγουρα δεν παίζανε με πλεϋμομπίλια στα νιάτα τους... Και αν παίζανε θα κάνανε ένα άσχημο, ξενέρωτο, κακόγουστο, αηδιαστικό «παιχνίδι», χωρίς φαντασία, χωρίς πλοκή, χωρίς εξέλιξη, χωρίς ελπίδα, χωρίς αισιοδοξία.
Το κακό είναι ότι μη έχοντας πλεϋμομπιλίστικη προϋπηρεσία, θέλουν να ρεφάρουν στα γεράματα παίζοντας με ζωντανά πλεϋμομπίλια κάθε λογής, χρώματος, φύλου και θρησκείας.
Το ακόμα χειρότερο? Ότι τα σημερινά "πλεϋμομπίλια" ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ !
Κάποια, ελάχιστα, το καταλαβαίνουν, κάποια άλλα -λίγα όμως- το αφουγκράζονται, αλλά δυστυχώς τα περισσότερα κοιμούνται τον ύπνο του ...δικαίου.
Βαρύ το κλίμα σήμερα, θα μου πείτε, και πέσαμε και κατευθείαν στα βαθιά... Βαρύ και πικρό, όπως ο μελαγχολικός Σεπτέμβρης που μόλις μπήκε, βαρύ και πικρό όπως ο Τούρκικος καφές που μας «κέρασαν» τα καρντάσια, τα μεμέτια εκεί απέναντι, στο Μουντό-Μπάσκετ που διοργανώνουν (και που εμείς υποτίθεται πάμε σαν τσολιάδες ντουγρού για μετάλλιο....).
Πάλι καλά που η ΠΑΟΚάρα «έφαγε» τη Φενέρ (Φανάρ-) μέσα στο «σπίτι» της (μας) με τις ευλογίες του Πατριάρχη, και τουλάχιστον δεν νικηθήκαμε κατά κράτος σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ ταυτόχρονα...
Χαίρετε και υγιαίνετε...
Κυριακή 15 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 3η. «Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας!»
(...η συνέχεια)
<< Ζην, τεχνογραφείν και φιλοσοφείν >>
Αμέτρητες εκπομπές έλαβαν χώρα, ιστορίες επί ιστοριών, άλλοτε πιο απλές και «πεζές» όπως το πλεϋμομπιλο-σχολείο με τα πλεϋμομπιλο-παιδάκια το οποίο στην ουσία αντέγραφε ή/και συμπλήρωνε πραγματικές ιστορίες από τα πρώτα σχολικά μας χρόνια, μέχρι ολόκληρες ευφάνταστες περιπέτειες διαρκείας που μπροστά τους ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών πχ. και οι άλλες μυθοπλασίες του Τόλκιν θα ωχριούσαν!
Ο καιρός όμως πέρασε, τα πλεϋμομπίλια αποσύρθηκαν από το προσκήνιο, μπήκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και της μνήμης, σκεπάστηκαν και θάφτηκαν κάτω από τη σκόνη της λήθης, ενώ σταδιακά τη θέση τους διαδοχικά έπαιρναν άλλα λογιών λογιών παιχνίδια: ποδήλατα, μπάλες, αθλήματα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μέχρι που και αυτά τα παιχνίδια ελαχιστοποιήθηκαν, και αντικαστάθηκαν από κάτι άλλο, όμως δυστυχώς τα περισσότερα δεν αντικαταστάθηκαν με διαφορετικά και νέα παιχνίδια...
Και ύστερα? Σχολεία, πανεπιστήμια, δουλειές, στρατός, ξανά-δουλειές, και ούτω καθεξής... Η ζωή προχωράει και αφήνει γλυκιές και πικρές γεύσεις και αναμνήσεις, σε πολλά θυμίζει ένα μεγάλο και χαοτικό παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες, τη δική του τάξη και αταξία όπου η οργάνωση, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι μαζί με το πάντρεμα της τύχης και της συγκυρίας, δημιουργούν ένα σύνολο επάνω στον καμβά που άλλοτε μοιάζει ζυγισμένος και στέρεος σαν τα σχήματα του Vasily Kandinsky και άλλοτε μοιάζει με τις μουντζαλιές και τα μπουρδουκλώματα κάτι ντεμέκ μεταμοντέρνων και αφηρημένων μορφών «τέχνης».
Όμως παρ’όλη την φαινομενική πολυπλοκότητά των δομών και των εκφάνσεών της, η ζωή, ο τρόπος που τη βιώνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, οι σχέσεις που αναπτύσσουμε μεταξύ μας ως κοινωνικά και πολιτικά όντα, φαίνεται να διέπεται από μερικούς βασικούς, απλούς και απαράβατους (έως τώρα) κανόνες...
Αυτά όλα βέβαια θα μας απασχολήσουν εκτενέστερα σε άλλες εκπομπές, και ούτως ή άλλως είναι θέματα που δύσκολα εξαντλούνται σε ένα και μόνο δοκίμιο.
Απαντήσαμε λοιπόν στο:
Γιατί «εκπομπές»?
και εν πολλοίς και στο :
Γιατί «πλεϋμομπίλια»?
Διότι πέρα από τον εν γένει αιτιοκρατικό «παλιμπαιδισμό» που φέρνει αναγκαστικά μαζί του το χαρμόσυνο και ευτυχέστατο γεγονός της γέννησης ενός παιδιού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και όλος ο κόσμος μας, αυτές οι ανθρώπινες παρουσίες και σχέσεις/σκέψεις μέσα στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι του ιστορικού διηνεκούς, προσομοιάζουν κάλλιστα στον αθώο πλεϋμομπιλόκοσμο των παιδικών μας χρόνων.
Με μιά τεράστια διαφορά όμως....
Τότε τα πλεϋμομπίλια ήταν τα ζωντανά παιχνίδια μας....
Τώρα τα «πλεϋμομπίλια» στον «αληθινό κόσμο», τον (κά)κοσμο και (α)κοσμο κόσμο των μεγάλων, είμαστε εκούσια ή ακούσια όλοι εμείς, όσοι ενηλικιωνόμαστε (νωρίτερα ή αργότερα από τη βιολογική μας ηλικία δεν έχει σημασία) και είτε σιωπηλά και εύκολα, είτε ανθιστάμενοι και βοώντες, γινόμαστε μέρος του περίφημου «συστήματος», του «κατεστημένου», αυτού του Λεβιάθαν, τουτέστιν μέρος του παιχνιδιού άλλων ανθρώπων και δομών πέραν της δικής μας προσωπικής βούλησης και ισχύος.
Γεια σας πλεϋμομπίλια μου....
Τα (παλιά) πλεϋμομπίλια πέθαναν!
Ζήτω τα (νέα) πλεϋμομπίλια!
Εν τέλει, εκτός του Αυγούστου,
Γιατί «Τρίτη και τρείς (όχι δεκατρείς!)»?
Να που ο μαγικός, μυστικιστικός, παραδοσιακός και σημαδιακός Αριθμός τρία (3), που λέγαμε και στην ανάλυση κειμένων στο Γυμνάσιο, βρίσκει εφαρμογή και εδώ, πέρα από τον Τριαδικό Θεό, τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, την Τιάρα του Πάπα , την Τρίαινα του Ποσειδώνα ή το Τρίγωνο των Βερμούδων !
Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει...
«Την δε την Τρίτην την κακήν την πολυπικραμένην,
ημέραν τε του Ιατρού ελθόντος εις την Πόλην....»
Τρία πουλάκια κάθονταν, και δεν συμμαζευόμαστε....
Τρία τα γκόλ που έριξε και ο ΠΑΟΚ, (τρία όμως κι αυτά που έφαγε, αλλά αυτό δεν το λέμε....)
Και μπορεί να πέταξε το σεντόνι με τα αστεράκια από πάνω μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε να λέμε πως ο «πολύς» Αίαντας από ταις «Κάτω Χώραι» δεν κατάφερε ούτε να μας ρίξει κάτω ούτε να μας χορέψει στο ταψί, δεν κατάφερε να μας νικήσει τελικά ούτε μέσα ούτε έξω, και αναγκάστηκε να καταφύγει στη ζυγαριά των κανονισμών της UEFA που ορίζουν ότι όταν πετυχαίνεις περισσότερα γκολ στην έδρα του αντιπάλου από ότι αυτός στη δική σου, επειδή το ξένο είναι πιο γλυκό συνεπάγεται ότι από την πολλή ζάχαρη βαραίνει και έτσι εσύ παίρνεις όόολη τη γλυκιά πρόκριση και ο άλλος μένει με την πίκρα....
(κι ας ήτανε ...τελικά την Τετάρτη, που συνέβη το κακό!...)
Ας ελπίσουμε τώρα, ότι μετά την Ιστορικής Σημασίας Πατριαρχική Λειτουργία στην πάλαι ποτέ ένδοξη Παναγία Σουμελά, θα ακολουθήσει και διπλή εντός έδρας νίκη επί των Τούρκων ποδοσφαιρικά τουλάχιστον, (αλήθεια πόσες ομάδες της ΟΥΕΦΑ έχουν το προνόμιο να παίζουν 2 φορές στην έδρα τους?) μία στην «κανονική» και μία στη «φυσική» έδρα του Πανθεσσαλονίκειου Δικεφάλου των Κωνσταντινουπολιτών....
Εως τότε οψόμεθα....
Χαίρετε και υγιαίνετε
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ...... ένα καταπληκτικό τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου
http://www.youtube.com/watch?v=y7SRB-jNmnI
http://www.youtube.com/watch?v=y7SRB-jNmnI
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 2η. «Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας!»
Μαζεύτε τα πλεϋμομπίλια σας! Μη τα σκορπάτε εδώ κι εκεί, άντε, ώρα για ύπνο....
Πόσες και πόσες φορές δεν ακούγαμε αυτή τη φωνή της μάνας μας, που μολονότι δεν είχε το χαρακτήρα της επίπληξης ούτε ήταν ιδιαίτερα άγριας χροιάς -αν εξαιρέσει κανείς μερικά decibel παραπάνω που έπεφταν κατά καιρούς σε «ειδικές περιπτώσεις» κωλυσιεργίας ή ανυποταξίας- μάς γέμιζε με τέτοια θλίψη αντίστοιχη με αυτή που γεμίζει τον τηλεθεατή το καθ’όλα ενοχλητικό και απαίσιο «διάλειμμα για διαφημίσεις», ιδίως όταν παρακολουθεί μια ενδιαφέρουσα ή περιπετειώδη ταινία, ή ακόμα χειρότερα αντίστοιχη με τη θλίψη-αγανάκτηση του θεατή θερινού σινεμά που δέκα λεπτά πριν να τελειώσει η ταινία, σταματάει απότομα η προβολή της για «τεχνικούς λόγους»!
Πλεϋμομπίλια... Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις...
Είναι τα πασίγνωστα πλαστικά ανθρωπάκια ‘playmobil’ που σε μιά περισσότερο ελληνοποιημένη παραφθορά της ξένης ονομασίας τους εντάσσονται εκ μεταγραφής στους κανόνες της ελληνικής γραμματικής... Το πλεϋμομπίλι (ουδέτερο γαρ, ως παιχνίδι, διότι θα ήταν too much να αρχίζαμε να λέμε o πλεϋμομπίλης και η πλεϋμομπιλίτσα), του πλεϋμομπιλιού, τα πλεϋμομπίλια, και ούτω καθ’εξής.
Τα πλεϋμομπίλια, λοιπόν, κατείχαν τα σκήπτρα και τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά την κατανομή του ανέφελου «ελεύθερου χρόνου» της παιδικής μας ηλικίας. Ήταν μακράν το πλέον αγαπημένο μας παιχνίδι.
Όπως το βλέπω, ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τη μυστική συνταγή της επιτυχίας του, δεδομένου ότι σαν ιδέα δεν ήταν δα και τίποτα το ιδιαίτερο ή πρωτότυπο (αγαλματίδια και κάθε λογής λογής κουκλάκια, μπιχλιμπίδια και ‘μπαρμπαδάκια’ έχουμε από την προϊστορική εποχή ακόμα!...) και εκτός αυτού είχε ήδη και αρκετούς ανταγωνιστές. Για παράδειγμα τα επίσης κλασσικά LEGO που ενώ άρχισαν με τουβλάκια και κατασκευές, τό’ριξαν κι αυτοί στα ‘μπαρμπαδάκια’ (ίσως και λόγω ανταγωνισμού με τα πλεϋμομπίλια), με τη διαφορά ότι κρατούσαν την τετραγωνισμένη λογική και το ‘τουβλακίστικο’ design ακόμη και στα ανθρωπάκια, οπότε αυτά έφερναν περισσότερο σε κάτι σαν το σημερινό Μπομπ Σφουγγαράκη παρά σε κανονικό ανθρωπάκι! Επίσης, θυμάμαι και κάτι άλλα μικρά μπαρμπαδάκια, που τα λέγανε κάπως σαν Πινγκ-Πονγκ ή Πίν-Πομ ή Πον-Πον ή κάπως έτσι τελοσπάντων, κοντοστούπικα, μονοκόμματα, με ένα χαρακτηριστικό υπερμεγέθες (για το μπόι τους) κυλινδρικό περιστρεφόμενο κεφάλι, με χαρακτηριστικά «αυτάκια» (δυο εξογκωματάκια δηλαδή, στα πλαϊνά του κεφαλιού τους) όπου προσαρμοζόταν τα μαλλιά τους σαν να ήταν περούκες. Το κακό όπως προείπα ήταν ότι δεν είχαν χέρια (μόνο κάτι εσοχές όπου έμπαιναν σφηνωτά τα διάφορα εργαλεία που κρατούσαν), ούτε πόδια, παρά μόνο ένα μονοκόμματο κοντό σώμα (στο οποίο ήταν σκαλιστά ανάγλυφα τα χέρια και τα πόδια) και το κεφάλι.
Θες από λόγους αισθητικής, θες από λόγους λειτουργικότητας, ή απλά ίσως λόγω …marketing (?), τα πλεϋμομπίλια κέρδισαν κατά κράτος τη μάχη με τους επίδοξους ανταγωνιστές τους, έστω κι αν μερικές κακεντρεχείς και τα μάλα αδαείς γλώσσες τα θεωρούσαν απλώς ως «τις μικρές κουκλίτσες των αγοριών», αφού ήταν απαγορευτικό επιπέδου βλασφημίας και ιεροσυλίας να ασχολούνται τα αγοράκια με Bi-Bi-Bο , Barbie και τα συναφή. Το «μικρό μου Πόνυ» και οι «Φωτεινούληδες» εξαιρούντο του κανόνος διότι εθεωρούντο unisex παιχνίδια, αλλά κυρίως διότι ως εμπνευσμένα από το ζωικό βασίλειο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ‘συμπληρωματικά’ ζώα για τα πλεϋμομπίλια (που είχαν ήδη βέβαια τα δικά τους ζωάκια) και τα οποία πλεϋμομπίλια ήταν πάντα το σημείο αναφοράς.
Πέρα από τις τεχνικές προδιαγραφές τους, όμως, και το γεγονός ότι καλύπτανε όλο το φάσμα των πιθανών και απίθανων ιδιοτήτων, επαγγελμάτων και ανθρώπων σε μοντέρνους και ιστορικούς χρόνους (το πλεϋμομπίλι-αστυνόμος, το πλεϋμομπίλι-αστροναύτης, το πλεϋμομπίλι-ακροβάτης ή κλόουν, το πλεϋμομπίλι-πολεμιστής, ιππότης, πειρατής, κλπ, κλπ), ο κυριότερος παράγοντας της επιτυχίας τους ήταν ο τρόπος που εμείς τα παίζαμε και τους δίναμε «ζωή».
Διαλέγαμε ένα συγκεκριμένο πλεϋμομπίλι, το αγαπημένο μας, τον «ήρωά» μας, με το οποίο «ταυτιζόμασταν» και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την προβολή του εαυτού μας στον πλεϋμομπιλίστικο μικρόκοσμο. Από εκεί αρχίζανε όλα...
Ποτέ δεν λέγαμε ότι πάμε να «παίξουμε με τα πλεϋμομπίλ». Πηγαίναμε να κάνουμε ...«εκπομπές»! Δεν ξέρω πώς μας είχε κολλήσει αυτό τότε, πιθανόν επηρεασμένοι από την τηλεόραση, ή και λόγω του ότι η λέξη «εκπομπή» φάνταζε πιο πομπώδης και βαρύγδουπη στα παιδικά αυτιά και χείλη, από την κοινότυπη λέξη/έννοια παιχνίδι (όλοι έχουν παιχνίδια και παίζουν, εμείς πώς θα ξεχωρίζαμε?) αλλά πάντως «δεν παίζαμε», εμείς κάναμε εκπομπές.
Εδώ να σημειώσω ότι μιλάω πάντα στον πληθυντικό γιατί ποτέ δεν υπήρξα και δεν λειτουργούσα ως μονάδα. Είχα την ευτυχία να έχω τον αδερφό μου σε μικρή ηλικιακή απόσταση από εμένα -από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι και τον αδερφό μου δίπλα μου- και δεν νοούνταν παιχνίδι στο οποίο να μη συμμετέχουμε και οι δυο, δηλαδή να μην υπάρχει κάποια σχέση «διαλεκτικής» μεταξύ μας.
Άλλωστε ο όλος τρόπος του παιχνιδιού (εεε, συγγνώμη της εκπομπής ήθελα να πω!) περιλάμβανε ερωταποκρίσεις, φωνές, μιμήσεις και δρώμενα, τα οποία δεν θα είχαν κανένα νόημα να τα κάνει και να τα λέει κανείς μόνος του στον τοίχο ή στο...βρόντο. Ήμασταν δηλαδή ταυτόχρονα και πρωταγωνιστές και ακροατήριο εναλλάξ.
Το πλεϋμομπίλι-alter ego μας είχε πάνω κάτω τις ίδιες ιδιότητες με μας, του δανείζαμε το ύφος μας και το «ζωντανεύαμε» με τη φωνή και τις κινήσεις μας. Πού και πού του δίναμε και καμιά παραπάνω ιδιότητα για ...μπόνους, που μάλλον αποτελούσε ευσεβή μας πόθο αλλά είτε δεν την είχαμε είτε ήταν τελείως εξωπραγματική. Γενικώς όμως φροντίζαμε ώστε τουλάχιστον κατά 90%, ας πούμε, ο πλεϋμομπιλίστικος κόσμος μας να ακολουθεί τους «νόμους» του κανονικού κόσμου, και οι όποιες «υπερβάσεις» να αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι αν υποτίθεται χτυπούσε ένα πλεϋμομπίλι, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε ή να το κινήσουμε άμεσα και γρήγορα, διότι «πονούσε», και δεν θα κάναμε εμείς «τα ψέματα» «όπως στις ταινίες», που ο άλλος τρώει δέκα μπουνιές, και σηκώνεται σε δυο δευτερόλεπτα πάλι αλώβητος και φορμαρισμένος!
Οι εκπομπές μας λοιπόν ήταν ολόκληρα σενάρια και ιστορίες, οι οποίες κατά κύριο λόγο ήταν αυτοσχεδιασμοί επί τόπου, που μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτη εξέλιξη, και πολλές πιθανές μελλοντικές εκδοχές επηρεαζόμενες από τη διάθεση της στιγμής, τη φαντασία σίγουρα και συνεχώς, αλλά και από τυχαία περιστατικά του περιβάλλοντος χώρου. Για παράδειγμα αν είχαμε συγκεντρωμένο ένα στρατό από Ινδιάνους στην άκρη του χαλιού, και από μια άγαρμπη κίνηση του αδερφού μου, ας πούμε, έπεφτε ένα βιβλίο από το τραπεζάκι και έριχνε μερικά πλεϋμομπίλια κάτω αυτό δεν ήταν αιτία για να τσακωθούμε ούτε να χαλάσουμε την «εκπομπή». Γινόταν αυτόματα μέρος του σεναρίου, το ενσωματώναμε ως γεγονός και μπορούσε να θεωρηθεί πχ ως μια «κατολίσθηση» ή «φυσική καταστροφή» που έπληξε το στρατό των Ινδιάνων!
Βέβαια κάποιες φορές υπήρχε ένα βασικό σενάριο, ιδίως όταν οι εκπομπές δεν ήταν αυτοτελείς και γινόταν «σήριαλ» σε συνέχειες λόγω χρονικών περιορισμών (πχ, διακόπταμε για να πάμε για φαγητό), αλλά και πάλι τις περισσότερες φορές το σενάριο υπήρχε μόνο και μόνο για να...αλλάξει στην πορεία.
(Συνεχίζεται.......)
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Εκπομπή 1η . Εν αρχή ην ο ...Αύγουστος!
Αύγουστε καλέ μου μήνα, να’σουν δυό φορές το χρόνο...
Δεν ξέρω αν ο Αύγουστος ενδείκνυται ως μήνας και ως χρονικό σημείο κατάλληλο ώστε να αρχίζεις οτιδήποτε άλλο πέρα από τις διακοπές, εντούτοις μου φάνηκε ως μια καλή –σημειολογικά- αφετηρία για το παρόν προσωπικό μου ιστολόγιο (blog), το οποίο είχα κατά νου, είναι η αλήθεια, εδώ και καιρό να δημιουργήσω.
Πολλοί φίλοι, που με γνωρίζουν καλά, και ιδίως αυτοί με τους οποίους έχουμε περάσει ώρες ατέλειωτες σε συζητήσεις και (αμπελο)φιλοσοφίες εν παντί τόπω και χρόνω, εξέφραζαν εδώ και καιρό την απορία, -μα καλά, στις μέρες μας ώς και η «κουτσή Μαρία» έχει blog, εσύ -ειδικά εσύ ρε Μήτσο- πώς «πέρασες και δεν ακούμπησες»?
Η έλλειψη χρόνου είναι μια ουσιαστική αιτία, βέβαια, και όχι πρόφαση ή δικαιολογία, αλλά παρ’όλα αυτά θα προσπαθήσω να το υπερβώ αυτό το εμπόδιο, όσο και όπως μπορώ. Η δεύτερη αιτία είναι «τελεολογικής» φύσεως, και έχει να κάνει με την παγίως, αναλυτική, εξαντλητικά και εξακολουθητικά, φιλοσοφική σκέψη και βιοθεωρία μου, που υπερυψώνει και αναζητά τη σχέση αιτίου-αιτιατού στο καθετί: πράξη, ενέργεια, γεγονός.
Γιατί να κάνω το τάδε ή το δείνα? Τι σκοπό έχει? Απαντήσεις τύπου «για πλάκα», «για να περάσει η ώρα», και λοιπές ομοειδείς απορρίπτονται a priori και εκ πεποιθήσεως, διότι δεν καλύπτουν βασικές, εσωτερικά τιθέμενες, προϋποθέσεις. Όταν θεώρησα πως απάντησα κάπως ικανοποιητικά σε αυτά τα ερωτήματα, είπα ότι ήγγικεν η ώρα για να πιάσουμε εκτός των άλλων και τη «διαδικτυακή πένα». Επιφυλάσσομαι, για περισσότερες εξηγήσεις και ανάλυση σε μελλοντική δημοσίευση για να μη μας πέσουν και βαριά όλα μαζί με το «καλημέρα»...
Μην περιμένετε να δείτε κάποιο πρόγραμμα ή οργάνωση, στη δομή, στη θεματολογία ή στη ροή και ανανέωση του ιστολογίου. Σχόλια, απόψεις, κείμενα, (εκ)θέσεις ιδεών, διαχρονικά θέματα, επικαιρότητα, κλπ, κατά κύριο λόγο, «ατάκτως ερριμμένα» (εδώ δεν μπορούμε να βάλουμε τάξη στα πέντε χαρτιά του γραφείου μας, θα βάλουμε στο blog?) αναλόγως το κέφι, τη διάθεση, τον «οίστρο» αλλά και τη συγκυρία. Εάν «δημοσιογράφοι» είναι αφενός οι «περί των δημοσίων γράφοντες» και αφετέρου οι «δημόσια γράφοντες», τότε δέχομαι και αυτόν τον διττό τίτλο, αν και γενικώς δεν τα πάω καλά με τίτλους και ταμπέλες.
Πριν όμως ξεκινήσω τις ...γρ@φές και τους μονολογοδιαλογισμούς, διανθισμένους ενίοτε και με νεολογισμούς, πρέπει να εξηγήσω τον τίτλο και τη σημειολογία... Αυτό λοιπόν θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.
Χαίρετε και υγιαίνετε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



