Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ερωτήσεων το ανάγνωσμα

Είχαμε καταπιαστεί τις προάλλες με τον «μέσο» (από οικονομικής απόψεως) άνθρωπο. Από τότε κύλησε πάλι πολύ νερό στο αυλάκι, είπαμε τι να κάνουμε –να μη τα ξαναματαλέμε-, ελέω της γενικότερης ανακατωσούρας δεν μπορούμε να γράφουμε όσο και όποτε θα θέλαμε, και ούτε θα καθόμαστε να απολογούμαστε κάθε τρεις και λίγο γι’αυτό.

Αλλά έτσι κι αλλιώς αυτά τα θέματα δεν είναι «της στιγμής». Είναι πανταχού παρόντα και άπτονται των αιώνιων φιλοσοφικών ζητημάτων που ταλανίζουν τους σκεπτόμενους ανθρώπους κάθε τόπου και εποχής. Με αυτά που καταπιάστηκαν όλοι οι φιλόσοφοι, ασχέτως της επιμέρους ιδιότητας που δήλωνε (ή «τον δήλωναν») ο καθένας. 

Γιατί, τι είναι ο φιλόσοφος? Δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε ταμπέλα. Τι είναι ο διανοούμενος? Παρομοίως.

Διότι αν ρωτήσεις 100 άτομα τι ήταν φερ’ειπείν ο Καζαντζάκης θα σου πούνε οι πιο πολλοί άμεσα και αβίαστα ότι ήταν ...συγγραφέας. Τι ήταν ο Φρόυντ? Γιατρός, Ψυχίατρος. Τι υπήρξε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι? Εξαιρετικός και πρωτοπόρος καλλιτέχνης, έστω και με πολύπλευρες ασχολίες. Αμ, ο άλλος, ο Νικολά Τέσλα? Επιστήμονας, έστω ιδιόρρυθμος και εκκεντρικός... και πάει λέγοντας. Τα ίδια και με τον Καρτέσιο, τον Γαλιλαίο και όλους τους γνωστούς (και άλλους τόσους και εκατονταπλάσιους άγνωστους), που είχαν έναν κοινό παρονομαστή πέρα, πίσω και πάνω από όλα. Τη φιλοσοφία. Ως έρευνα, ως έναυσμα, ως ελατήριο, ως συνεχή ερωτήματα που τριβέλιζαν το μυαλό, σαν τον οίστρο του Σωκράτη ένα πράμα. Συνεπικουρούμενο από την παρατήρηση, την ανησυχία, τη σκέψη, την «πρόβλεψη», τη διάθεση για απαντήσεις, σε αυτά που υπάρχουν και σε αυτά που δεν υπαρχουν. Ή καλύτερα σε αυτά που φαίνεται να υπάρχουν και σε αυτά που φαίνεται να μην υπάρχουν. Γιατί κατά πως λένε και μερικοί φίλοι μου, και το ασπάζομαι απολύτως, άλλο τι είναι και άλλο τι φαίνεται. Και αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις. Η φιλοσοφία δεν πάει α λα καρτ. Δεν έχει εξειδίκευση και απομόνωση. Ερευνώ μόνο αυτό ή εκείνο και εστιάζω μόνο εκεί. Όποιος το κάνει ή το λέει αυτό ασκεί (?) γιαλαντζί φιλοσοφία. Πέρασε και δεν ακούμπησε. Για να μην πω ότι δεν δικαιούται δια να ονομάζεται και φιλόσοφος.

Η φιλοσοφία είναι υπερσύνολο. Είναι βιοθεωρία. Στάση και τρόπος ζωής. Δίνει κατευθυντήριες γραμμές. Όχι εντολές. Όχι μωσαϊκούς νόμους. Όχι αυστηρές νόρμες, τυπικά ή τελετουργίες. Με το που αρχίζουν κάτι τέτοια, αμέσως να καταλαβαίνετε ότι πάει αλλού το πράμα. Η φιλοσοφία είναι σαν την απλή πυξίδα ας πούμε. Σου λέει γενικά πού θα πας, αλλά δεν σου δείχνει και το δρόμο ακριβώς. Δεν είναι GPS. Δεν τη νοιάζει αν θα πας ζιγκ-ζαγκ, ευθεία, ή σκάβοντας λαγούμια, ή κολυμπώντας ή πετώντας. Δείχνει μόνο την κατεύθυνση. Και η κατεύθυνση αυτή είναι τα κοινά, πανάρχαια και πανανθρώπινα ερωτήματα. Οι αξίες. Οι ιδέες. Ό,τι απασχολεί ή δύναται να απασχολήσει τέλοσπάντων τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Όχι το γαϊδούρι, το βόδι ή το μουλάρι. Και όχι μόνο τα γνωστά και συμπαθή τετράποδα, αλλά και κάποια ανθρωπόμορφα δίποδα που δεν συνταιριάζουν την εξωτερική τους μορφή με την αντίστοιχη πνευματική. Διότι όπως θα έλεγε και ο άλλος ο μπάρμπας, ο Διογένης ο κυνικός, κόσμο είδα πολύν, αλλά ανθρώπους λίγους! (και γι’αυτό τους έψαχνε με το φανάρι στην αγορά....).

Και προς τι όλη αυτή η εισαγωγή θα μου πείτε? Μα γιατί στο ερώτημα που ετέθη (και στα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν) η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από τα παρακλάδια, τα δεκανίκια, και τους «κλητήρες» της φιλοσοφίας. Ήτοι την κοινωνιολογία, τις οικονομικές θεωρίες, την πολιτική, τη θεολογία, τη λογοτεχνία, την τέχνη,  τις Φυσικές επιστήμες, και ούτω καθεξής. Καλά όλα αυτά και χρήσιμα και ωραία. Αρκεί να δούμε όμως το όλον. Πού εντάσσονται. Πού θα έπρεπε να εντάσσονται, για τη ακρίβεια. Ποιανού παζλ είναι κομμάτια (ή θα έπρεπε να είναι). Τι θα έπρεπε να εξυπηρετούν και πού να συγκλίνουν. Και στα «βαριά» θέματα δεν αρκείσαι στη γραμματεία όσο ευγενική, εξυπηρετική και όμορφη κι αν είναι. Ζητάς να δεις το διευθυντή. Το ίδιο κι εδώ.
Τι να ορίσεις και τι να (πρωτο)πείς? Για την αξία της ζωής? Για την ποιότητά της? Για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου? Για τις κοινωνικές σχέσεις, για τα αλισβερίσια κάθε είδους στο πλαίσιο αυτού που λέγεται ανθρώπινη κοινωνία και κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικό γίγνεσθαι? Ποιος περιμένεις να σου δώσει απαντήσεις? Απαντήσεις που να είναι πλήρεις και να καλύπτουν το ευρύτερο φάσμα, και όχι πρόχειρα συμπεράσματα του ποδαριού...

Γι’αυτό λοιπόν αναγκαστικά πρέπει να καταφύγει κανείς στη φιλοσοφία που είναι υπεράνω όλων αυτών των επιμέρους, τα εμπεριέχει όλα αυτά και τους δίνει νόημα και αξία. Αλλιώς είναι απλώς στάχτη στα μάτια και πουκάμισα αδειανά, έτσι να’χαμε να λέγαμε. Και δεν λύνουν το πρόβλημα ή τα προβλήματα. Για την ακρίβεια αδυνατούν ακόμη και να τα ερμηνεύσουν.
Έτσι λοιπόν, τα περισσότερα πράγματα και καταστάσεις από αυτά που μας περικυκλώνουν καθημερινά χρειάζονται αναγωγή στη φιλοσοφική σφαίρα. Εάν βεβαίως θέλουμε να πούμε ότι προσπαθούμε να τα προσεγγίσουμε σοβαρά. Αν είναι απλώς έτσι για να περνάμε, άστο αυτό που λένε, δεν είναι για σένα φίλε. Εσύ κάτσε στ’αυγά σου και περίμενέ τα έτοιμα. Αλλά το φαϊ που σου ετοιμάζουν οι άλλοι δεν σημαίνει ότι θα είναι απαραίτητα στην ποιότητα και στην ποσότητα που επιθυμείς. Ακόμα χειρότερα, μπορεί και να σε βλάπτει κιόλας βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, ή να σου προκαλέσει και καμιά αλλεργία. Γι’αυτό στο λέω, έτσι να μη λές ότι δεν ήξερες κιόλας...
Πού θέλω να καταλήξω; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Και κυρίως δεν υπάρχουν μοναδικές απαντήσεις. Τα ερωτήματα μπορεί θεωρητικά να είναι απλά και μονοσήμαντα. Αλλά αυτό είναι και η παγίδα. Η ερώτηση είναι το πρώτο βήμα. Είναι απαραίτητη. Είναι νοητική διεργασία άξια σεβασμού. Αλλά δεν είσαι ούτε καν στη μέση με αυτήν. Ερωτήσεις κάνουν και τα μικρά παιδιά. Και συνεχώς. Και για τα πάντα. Αν δεν πάρουν απάντηση ή αν με κάποιο τρόπο δεν τη βρουν, τότε θα μείνουν ....με την ερώτηση στο χέρι.

Το ίδιο ισχύει για όλους. Ανεξαρτήτως ηλικίας. Χωρίς ερωτήσεις, ας πούμε παίζεις στη Γ’ κατηγορία. Αμα διατυπώνεις ερωτήσεις έχεις ήδη ανέβει στη Β’. Αλλά μόνο με απαντήσεις, ή κάποιες απαντήσεις τουλάχιστον σε κάποια θέματα, μπορείς να προβιβαστείς στη Σουπερλίγκα. Αλλιώς θα μείνεις μια ζωή στ’αλώνια, και δεν πρόκειται να δεις σαλόνια....

Βεβαίως όμως πρέπει να ξεκινήσεις από τα αλώνια. 
Γιατί «σαλονάτοι» εκ γενετής δεν υπάρχουν...

(Συνεχίζεται, κατά τα δέοντα....)

Χαίρετε και υγιαίνετε!


Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Το γνωστό καρτούν σχετικά με τις Τράπεζες & την Οικονομία...

Για όσους δεν το έχουν δει, ή για αυτούς που απλώς θέλουν να το ξαναφρεσκάρουν, δίνω τα link για το 30λεπτο καρτούν, που με πολύ γλαφυρό και παραστατικό τρόπο (εμπεριέχοντας βέβαια και μερικά ψήγματα κλασσικής "Αμερικανιάς") παρουσιάζει και περιγράφει τον τρόπο ανάπτυξης και ελέγχου του εθνικού και ιδιωτικού πλούτου μέσω των "Τραπεζών" και αυτών που κρύβονται πίσω από αυτές.

Η κρίση στην Ελλάδα και στην ΕΕ προφανώς δεν είναι άσχετη με τα όσα παρουσιάζονται εκεί, και ίσα ίσα, για κάποιο λόγο αποφασίστηκε ο συγκεκριμένος τόπος και χρόνος να συμβούν αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία 1-2 χρόνια (υποβαθμίσεις, ΔΝΤ, μνημόνια, σενάρια "οικονομικού θανάτου" κλπ,κλπ).

Δείτε τα βιντεάκια (σε 2 μέρη):


και ελπίζουμε να βγείτε "σοφότεροι" και πιο υποψιασμένοι μετά....


Χαίρετε και υγιαίνετε!


Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Εκπομπή 8η. Anima & Animus


Χρόνια και ζαμάνια πάλι!  Έπρεπε να γίνει κόκκινο το φεγγάρι, για να ξαναγράψεις ρε Μήτσο, θα μου πείτε? Άμα είναι να γράφεις κάθε πότε έχει έκλειψη, χαιρέτα μας τον πλάτανο!
Εμ, έλα που ζούμε ιστορικές αλλαγές! Μ’αυτά που βλέπουμε και ακούμε γύρω τριγύρω θα αρχίσουμε να πιστεύουμε και στα άστρα στο τέλος! Ο κακός χαμός εκεί έξω.... τι να πιάσεις και τι ν’αφήσεις....

Ε, τι να κάνουμε ρε παιδιά, οι κοσμοϊστορικές αλλαγές δεν αφορούν μόνο τους «άλλους» ή αυτούς εκεί «έξω». Καμιά φορά βαράνε και την πόρτα μας. Ξέρετε πόσες φορές ευχήθηκα να ήμουνα από αυτούς τους λίγους τυχερούς που, τίνι τρόπω (αδιάφορο), έχουν λυμένη πάσαν την βιοτικήν μέριμναν και είναι πραγματικά ‘ελεύθεροι’, έχοντες ‘ελεύθερο’ ωράριο και  ‘ελεύθερες’ επιλογές, τι να κάνουν, τι να μην κάνουν και πότε να το κάνουν? Ξέρετε πόσες φορές είπα, α ρε μπαγάσα Διονύση Σολωμέ, (ένα απλό τυχαίο ιστορικό, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα), ας είχα την έπαυλή σου στη Ζάκυνθο, τα κτήματα και τις υπηρέτριές σου (να μου φέρνουν το ναργιλέ σπέσιαλ και το τσαγάκι -ή καλύτερα το ουζάκι- με εγγλέζικο ωράριο και Ελβετική ακρίβεια στην εκτέλεση και συνταγή), και όχι μόνο «Ύμνους εις την Ελευθερίαν» και «Βάστα καημένο Μεσολόγγι...» θα’γραφα, αλλά ως και ύμνους για την Ανδρομέδα και το Σείριο αμαλάχει.

Και όχι ρε σεις, μην πείτε, έπεσες στην ίδια λούμπα, αυτά μας τα’παν κι άλλοι, ...ας είχα, ας ήμουνα, ας έκανα και ας έρανα.... και θαβλέπατε τότε. Δεν είμαστε φανφαρόνοι ούτε φαντασμένοι και ψωνισμένοι. Δεν τα λέμε έτσι αέρα πατέρα.Εμείς έχουμε δώσει εξετάσεις. Πολλές. Πάρα πολλές. Και παντού. Και συνέχεια. Και κατ’ εξακολούθηση και διαρκώς. Μας έχουνε καρατσεκάρει, που θα έλεγε και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα. Στο σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, στις δουλειές, στη ζωή! Κι όταν λέω εμείς ενοοώ ένα 10? 15? 20%? άντε μέχρι εκεί (μακάρι να’ναι και περισσότερο δηλαδή!) ποσοστό ανθρώπων νέων (στο μυαλό κυρίως),  με φρέσκια σκέψη, οξεία, προοδευτική, μη στατική, δημιουργική, φιλοσοφική, (δια)κριτική, ευρεία. Αυτούς που εν γένει περιγράφουμε ως μορφωμένους, καλλιεργημένους, έξυπνους και ίσως «υποψιασμένους». Δεν είναι λίγοι, διότι ειλικρινά συνάντησα και συναντώ πάρα πολλούς τέτοιους, και τους χαίρομαι πραγματικά, γιατί μιλάμε την ίδια «γλώσσα» και έχουμε παρόμοιες αναζητήσεις, έγνοιες, σκέψεις, προβληματισμούς. Και τους έχω βρει στα πιο απίστευτα μέρη, από κάτι σπηλιές χαμένες και ξεχασμένες σε απάτητα κορφοβούνια, μέχρι Αράβικους ανατολίτικους καφενέδες. Οχι, δηλαδή μόνο στα συνήθη και τετριμμένα μέρη όπου θα τους περίμενε κανείς, βλέπε Πανεπιστήμια και λοιπούς «ναούς» και «στοές» υποτίθεται της Γνώσης και της Φιλοσοφίας.

Αλλά μάλλον δεν είναι και πολλοί, ή τόσοι πολλοί, ή να έχουν τέτοιο αντίκτυπο στον περίγυρο και στο εγγύς περιβάλλον, τελοσπάντων, διότι τότε πολλά πράγματα γύρω μας θα ήταν ή θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι και αλλιώς, και όχι να έχουμε αυτό το χάλι σε όλους τους τομείς εκεί έξω, και το χειρότερο? Μερικές φορές να το αγνοούμε, να μην το συνειδητοποιούμε ή να μην το καταλαβαίνουμε τελείως (επειδή δεν θέλω να παραδεχτώ ότι απλώς το παραβλέπουμε επειδικτικά και κοιτάμε μόνο την πάρτη μας)!
Μα θα μου πεις, τα λεφτά είναι πάλι το θέμα? Και πού το πάει τελικά ο ποιητής? Θα σας πώ όσο γίνεται  το σκεπτικό. Τη γνώμη μου, αν θέλετε, που δεν νομίζω να απέχει πολύ από την κοινή εμπειρία και το τι πραγματικά γίνεται. Όλο το θέμα είναι ο λεγόμενος «μέσος» άνθρωπος. Ο  τακτικός, ο μετρημένος, ο «νορμάλ». Είχανε πει μια σοφή κουβέντα οι προγόνοι (μία μεταξύ πάρα πολλών δηλαδή...) περί μέτρου. Το οποίο δεν ισχύει μόνο για άψυχα αντικείμενα και ποσότητες, αλλά πρωτίστως και κυρίως για τον ίδιο τον άνθρωπο, ως Ον νοήμον, προάγον και αξιοποιόν την έννοια του ζειν.  Οι ακρότητες σχεδόν πάντα είναι επιβλαβείς. Αρνητικές. Καταστρεπτικές. Ανισόρροπες. Και ενίοτε πολύ επικίνδυνες. Και οι προς τα πάνω, και οι προς τα κάτω. Η ύβρις/υπερβολή (αφορά και στρέφεται στα «προς τα πάνω») και η κατάρα, η μπίχλα, η μιζέρια, η στενότητα (στα κάτω). Η υπερδιέγερση και η υποδιέγερση- υποστροφή- υπολειτουργία.

Το ακόμα χειρότερο? Ότι αμφότερες βάλλουν παντοιοτρόπως εναντίον του «μέσου», ακριβώς επειδή είναι ο μέσος, στο μέσον τους, αναμεταξύ τους και τους διαχωρίζει. Είναι, έστω και καταχρηστικά, ο συνδετικός κρίκος δυο ασύνδετων κατά τα άλλα κόσμων, που ζουν παράλληλα αλλά δεν βλέπονται και δεν συναντιούνται ή δεν θέλουν ή και δεν μπορούν να ανταμωθούν και να κοιταχτούν κατάματα. Γι’αυτό την πληρώνει διπλά ο «μέσος». Τις «τρώει» (με διαφορετικό τρόπο) κι απ’τους πάνω, κι απ’τους κάτω.

Οι κάτω είναι οι εξαθλιωμένοι. Οι φτωχοδιάολοι που λένε. Οι παρίες, οι «ανύπαρκτοι», οι  τελειωμένοι, οι   «πέρασαν και δεν ακούμπησαν», οι «μάνα γιατί με γέννησες», οι «τελειωμένοι» που ακόμα κι αν δεν «τελειώσουν» μόνοι τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τους «τελειώνουν» οι άλλοι, οι συνθήκες και η περιρέουσα ατμόσφαιρα, είτε άμεσα, είτε, τις περισσότερες φορές, με αργό θάνατο και με μεγάλης ποικιλίας τρόπων. Θέλετε να τους πείτε "Τρίτο" κόσμο? Θέλετε να τους πείτε γκέτο και φαβέλες? Ό,τι και να πείτε το ίδιο κάνει.... 

Οι πάνω είναι οι καταχραστές. Οι απολαμβάνοντες πλεονάσματα σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα μεγέθη, ασχέτως αν συμμετείχαν εκούσια ή ακούσια στη διαδικασία του να τα απολαμβάνουν ή να τα καταχρώνται. Κάποιοι τα βρήκαν έτοιμα. Αναντάμ παπαντάμ. Κάποιοι από σπόντα ή «λαχεία» της ζωής διαφόρων ειδών και μεγεθών. Κάποιοι μετά από σκληρές δοκιμασίες, πολυεπίπεδη, έξυπνη, στοχευμένη και μεθοδική δουλειά τα δημιούργησαν ή τα αυγάταιναν. Οι περισσότεροι όμως, διεκπεραιώνοντας οιεσδήποτε είδους και εύρους λαμογιές, κλεψιές και αρπαχτές, άσχετα άν ήταν ‘(ψευτο)νόμιμες ή/και (ψευτο)ηθικές’, το ένα ή το άλλο, τίποτα απ’τα δυο ή και τα δυο μαζί. Διότι «ουδείς επλούτισε ταχέως, δίκαιος ων» όπως έλεγε και ο μπαρμπα-Μένανδρος, και «ευκολότερον είναι να διέλθει η κάμηλος από την οπή της βελόνας, παρά να μπει πλούσιος στην Βασιλεία των Ουρανών»...

Και πάμε στα δύσκολα τώρα. Και τις εστίν ο «μέσος» ?

Εδώ σε θέλω κάβουρα.... Από τα Μαθηματικά μέχρι τη ζωή, πάντα είναι πιο βολικό και εύκολο να ορίζεις τα άκρα, και να καταπιάνεσαι με αυτά, γιατί είναι «άκρα» και κάνουν μπάμ, εύκολα τα βλέπεις, τα εντοπίζεις τα παρατηρείς, τα ερμηνεύεις-  παρά να ασχολείσαι με την αοριστία και τη γενικότητα και την ποικιλότητα του «μέσου». Θυμάμαι που στα μαθηματικά πάντοτε ερευνούσαμε τη συμπεριφορά των συναρτήσεων «στα άκρα», στα όρια, στις «ρίζες», στα σημεία «ενδιαφέροντος», τα peak, τα βουνά και τις κοιλάδες. Για την κακομοίρα τη μέση τίποτα.... Εξάγαμε τα συμπεράσματα γι’αυτήν μέσω τρίτων, των ορίων και των πλαισίων, που την περιέκλειαν. Κι ας είναι η μέση και ο κορμός, το μεγάλο βουβό ποτάμι που στηρίζει και προάγει την ομαλότητα,τη συνοχή,  τη συνέχεια, τη λογική, τη δημιουργία, και την πρόοδο. 

Ως και ο γεροπαππούς Αριστοτέλης, που ύμνησε και βασίστηκε στο μέτρο και στη μέση, όσο κανείς άλλος, απέφυγε να βάλει τα χέρια του μέσα στη φωτιά. Και έβαλε μπαλάντζες και δικλείδες ασφαλείας, αποφεύγοντας τους αυστηρούς ορισμούς και τους σκοπέλους στο αρχιπέλαγος των εννοιών και των μέτρων, για να μην μπλέξει χειρότερα. Γιατί αυτός είχε άλλο βάσανο. Να βρει και να ορίσει την Αρετή. Να βρει τη συνταγή και την αναλογία. Τόσο,όσο, δηλαδή. Και όχι παραπάνω ή παρακάτω. Γιατί στα παραπάνω , «την ακούς», και στα παρακάτω μπατάρεις. Γι’αυτό και τίναξε τη μπάνκα στον αέρα! Αντε τώρα να βρεις εσύ τη δοσολογία στο καλό και στο κακό. Τη μεταβολή και τα όρια των μεταβάσεων από το κλέβω,τρώω, πίνω, στο "διαβιώ απλώς" μέχρι το με κλέβουν, με τρώνε και με πίνουν.

Γι’αυτό και σε όσους άρχισε να τους βαράει ίλιγγος απ’αυτά τα δύσκολα, δασώση και ομιχλώδη μονοπάτια της Φιλοσοφίας, είχανε μετά αποκούμπι τη Γεωμετρία και πίνανε νερό στο όνομα του μάστορα του Ευκλείδη! Διότι το τρίγωνο είναι πάντα τρίγωνο, και έχει τρεις γωνίες, όπως και να το στριφογυρίσεις, όσο να το μεγαλώσεις, όσο να το ζουλήξεις και να το τραβηξεις και όσο και να το μικρύνεις. Άμα είχε τέσσερις γωνίες, θα ήταν ήδη ...τετράγωνο, άρα τό'χασες!

Στην Ψυχολογία υπάρχει ένας πολύ όμορφος, βαρύς και περιεκτικός όρος. Τον λένε «Anima» ή/και «Animus» αν δεν απατώμαι. Τι πάει να πει Anima?

Ο εγκέφαλός μας δεν σκέφτεται ούτε με εικόνες, ούτε με λέξεις. Σκέφτεται με εικονολέξεις! Mε ‘πρότυπα’ ή ‘αρχέτυπα’ ή όπως αλλιώς τα ορίζουν οι ειδικοί. Με εικονογράμματα ή ιδεογράμματα. Και έχει μια ακατάσχετη ροπή στο να σχηματοποιεί και να κατηγοριοποιεί τα πάντα. Δεν μπορεί να δεχτεί το κενό, το μαύρο, την ασάφεια, πέρα και πάνω από κάποιο σημείο. Θέλει μια απτή εικόνα, μια οποιαδήποτε εικόνα, ακόμα και όταν αναφέρεται σε πράγματα γενικά, νεφελώδη, μη συγκεκριμένα, που κινούνται στο χώρο των ιδεών και των ανθρώπινα κατασκευασμένων θεωρητικών εννοιών. 

Λές ένα μήλο, για παράδειγμα. Με το που θα το πεις στο συνομιλητή σου, αυτός καταλαβαίνει αμέσως περί τίνος πρόκειται. Είναι ένα ας πούμε σφαιρικό φρούτο, κόκκινο ή πράσινο ή κίτρινο, στο μέγεθος μιας κλειστής χούφτας. Όλοι έχουν μια ιδέα για το μήλο. Και μόλις το δουν εύκολα θα το αναγνωρίσουν. Αλλά και ερήμην να μιλάνε και να αναφέρονται σ’αυτό, πάλι θα καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Και μπορεί να διαφέρει η εικόνα του μήλου που έχει καθένας στο κεφάλι του, που ούτως ή άλλως είναι μια 'γενική εικόνα' (εικονολέξη, πρότυπο) άλλα αυτή κάνει τη δουλειά της και συγκεκριμενοποιεί την έννοια, ερεθίσματος δοθέντος.
Το ίδιο ισχύει με όλα τα αντικείμενα προφανώς και είναι εύκολα αντιληπτό. Λες ένα αυτοκίνητο, και όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι ένα κατασκευασμένο πράγμα με τέσσερις ρόδες, με καθίσματα, τζάμια, τιμόνι και μηχανή που δύναται να (αυτο)κινείται και να μεταφέρει κόσμο. Δεν σκέφτεσαι εκείνη την ώρα συγκεκριμένη μάρκα, χρώμα ή τύπο. Περιορίζεσαι στο γενικό ορισμό.

Αυτό είναι λοιπόν και η Anima.
(έστω και αν στην καθαρόαιμη της μορφή/αρχικό ορισμό/εισαγωγή, πιθανόν να αφορούσε συγκεκριμένα αρχετυπικά πρότυπα μορφών, συμπεριφορών, ιδιοτήτων ή εκφάνσεων κυρίως θηλυκού/αρσενικού, διαπροσωπικών και διανθρώπινων εννοιών, και όχι τόσο άλλα αντικείμενα, αλλά εν πάση περιπτώσει θεωρώ δόκιμο τον όρο και θέλω να βουτήξω κι εγώ λίγο το δαχτυλάκι μου στη Σούπα -έτσι κι αλλιώς στο Χώρο των Ιδεών, έχει κανείς απόλυτη Ευελιξία και οι Ορισμοί είναι περισσότερο ευμετάβλητοι ακόμη και από το ....λάστιχο! Και κάνουμε ντεμαράζ και γιουρούσι στον Ευκλείδη πάλι!)

Η εικονολέξη, η εικονοϊδέα, η αοριστοορισμένη οπτασία και μορφή που αντιστοιχεί το μυαλό σε κάθε αντικείμενο, έννοια, κατάσταση, έμβιο ή άβιο ον ή περιβάλλον, το οποίο ονοματίζουμε και ορίζουμε.

Γενικώς η κάθε Anima λύνει πολλά προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, και κάνει το σύστημα σκέψης-εγκεφάλου ταχύτερο και αποδοτικότερο, με όρους Πληροφορικής, όμως έχει και κάποια κουσούρια. Εμπλέκεται παραδείγματος χάριν, με τα λεγόμενα «στερεότυπα» και γίνεται κουλουβάχατο. Τα οποία στερεότυπα μπορεί να είναι ατομικά, εξειδικευμένα ή και συλλογικά.

Ποιά είναι η Anima που έχει πχ. στο μυαλό του ένας μέσος Γερμανός ή Άγγλος, στο άκουσμα της λέξης «Έλληνας»? Άσε καλύτερα να μην αναφέρω... Τι τα θέλετε? Τα γνωστά, τεμπελχανάς, κλέφτης, φραπεδάκιας, ένας τζάμπα-μάγκας μελαχρινός και κουτοπόνηρος μπαμπέσης κάτοικος ιστορικών γεωγραφικών περιοχών (πιθανόν και από συγκυρία), και ανάξιος επίγονος θαυμαστών προγόνων. Περίπου την ίδια εικόνα δηλαδή που θα είχαν ή/και έχουν για έναν Αιγύπτιο, έναν Τούρκο ή έναν Ινδό, με άλλα λόγια.

Κι ας έχουν πέσει και γκρεμοτσακιστεί ένας ένας όλοι οι μύθοι, και περί εργατικότητας, και περί τεμπελιάς, και περί εξυπνάδας, και περί οικονομίας, και περί εθνικών κουσουριών, κλπ,κλπ. Τα στερεότυπα εκεί, σαν τα μουλάρια, δε λένε να φύγουν. Δεν το κουνάνε ρούπι! Είναι βαθιά ριζωμένα.... Είναι να μη σου βγει το όνομα που λέγανε και οι παλιοί!

Αλλά άσ’το αυτό, δεν είναι το άμεσο τώρα. Να’ρθούμε στα εντός συνόρων.

Ποιά είναι η Anima που έχει κάποιος για τον μέσο Ελληνα? Τον μέσο αστό? Την περίφημη «μεσαία τάξη», τους «νοικοκυραίους» ή όπως αλλιώς τους περιγράφει ο καθένας? Τι σας έρχεται δηλαδή κατευθείαν στο μυαλό, πώς θα τον περιγράφατε, ας πούμε?
 Αφού συλλέξω τις απαντήσεις στο κουίζ, θα επανέλθω 
(υποθέτω σύντομα, τουλάχιστον συντομότερα από την προηγούμενη φορά, Ινσάαλλά που λένε και στο Αράμπια)

(to be continued….)

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

http://www.youtube.com/watch?v=TIyLwwf0WXk

Είναι μετά να μη λές ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ως (τραγική) φάρσα?
Όταν τα τραγούδια της δεκαετίας του '80 ξαναγίνονται επίκαιρα, τότε... δεν πάμε καλά!

το ανέκδοτο με το βοσκό και τον γιάπη...

(Αφιερωμένο στον Ρουμπινί και σε όλα τα "ξεφτέρια" της "Οικονομίας"....)
Ένας ßοσκός, ενώ  έßοσκε τα πρόßατά του σε µια απόµερη τοποθεσία, ßλέπει από µακριά να πλησιάζει µια αστραφτερή ΒΜW.
Ο οδηγός, ένας νεαρός ντυµένος µε κοστούµι Versace, παπούτσια Gucci, γυαλιά ηλίου  Ray Ban και Yves Saint Laurent γραßάτα, σταµατάει δίπλα του, κατεßάζει το παράθυρο και του  λέει:
- Aν σου πω ακριßώς πόσα πρόßατα έχεις στο κοπάδι σου, θα µου δώσεις ένα;
Ο ßοσκός κοιτάει το νεαρό, που ήταν φανερά ένας γιάπης, κοιτάει και το κοπάδι και  του απαντά ήρεµα: -Ναι, γιατί όχι;
Αµέσως λοιπόν ο γιάπης  κατεßαίνει από το αυτοκίνητο µαζί µε ένα laptop Dell το οποίο και συνδέει µε ένα κινητό Motorola µε παγκόσµια σύνδεση της  AT&T. Αφού συνδέεται µε το Internet, πηγαίνει σε µια σελίδα της NASA, και επιλέγει ένα σύστηµα δορυφορικού  προσδιορισµού τοποθεσίας GPS το οποίο υπολογίζει την ακριßή τοποθεσία στην οποία ßρίσκονται και αποστέλλει τα στοιχεία αυτά σε ένα άλλο δορυφόρο της ΝASA ο οποίος σκανάρει την περιοχή και ßγάζει µια φωτογραφίαυπέρ-υψηλής ανάλυσης.

Αφού επεξεργάζεται τη φωτογραφία µε το πρόγραµµα
Adobe Photoshop,στέλνει την εικόνα σε ένα εργαστήριο ερευνών στο Αµßούργο, στηΓερµανία και µετά από µερικά δευτερόλεπτα λαµßάνει στο Palm  Pilot του ένα e-mail που επιßεßαιώνει ότι η φωτογραφία έχει  αναλυθεί και ταστοιχεία έχουν καταχωρηθεί σε µια ßάση δεδοµένων.
Μέσω µιας σύνδεσης ΟDBC εισχωρεί σε µια MS-SQL database και καταχωρεί όλα τα στοιχεία σε ένα φύλλο εργασίας  Excel το οποίο και στέλνει µέσω e-mail στο Blackberry του.
Μετά από λίγα λεπτά  εκτυπώνει µια έκθεση 150 σελίδων µε έγχρωµες φωτογραφίες από  τον καινούργιο του HP LaserJet εκτυπωτή και αφού τη διαßάζει λέει στο ßοσκό:
-Έχεις ακριßώς… 1586 πρόßατα!!!!’.
-Ακριßώς, λέει ο ßοσκός. – Καλώς λοιπόν, µπορείς να πάρεις όποιο πρόßατο θέλεις και κοιτάζει το νεαρό καθώς διαλέγει το ζώο και το µεταφέρει στο πορτ-µπαγκάζ του αυτοκινήτου.
Εκείνη τη στιγµή, λέει  ο ßοσκός στο νεαρό:
-Να σου πω………… αν ßρω ακριßώς τι δουλειά κάνεις, θα µου επιστρέψεις το πρόßατο;
Ο γιάπης το σκέφτεται  για µια στιγµή, και µετά λέει γελώντας στο  ßοσκό:
-ΟΚ, γιατί όχι;
-Είσαι σύµßουλος επιχειρήσεων, λέει ο  ßοσκός.
-Απίστευτο, λέει αποσßολωµένος ο νεαρός, έτσι είναι!!
-Μα πώς το µάντεψες;
-Δεν είναι και τόσο δύσκολο, λέει ο ßοσκός.
-Ήρθες από το πουθενά, χωρίς να στο ζητήσει κανείς, θέλεις να ßρεις για εµένα µια απάντηση που ήδη γνωρίζω, σε µια ερώτηση που δεν σε  ρώτησε κανείς και θες και να πληρωθείς και γι’ αυτό, και το  καλύτερο: δεν έχεις ιδέα από αυτή την επιχείρηση….

Τώρα, θα µου δώσεις πίσω το σκύλο µου?


Εκπομπή 7η. Αμέ, αμέ, αμέ, τη ...Στρουμφίσαμε!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δάσος. Και μέσα στο δάσος, αν ήμασταν καλά παιδάκια μπορεί να βρίσκαμε και τα στρουμφάκια τα οποία ζούσαν σε κάτι φανταχτερά κοντόχοντρα ζουμπουρλούδικα μανιταρόσπιτα. Όλα τα Στρουμφάκια είχανε μια ξεχωριστή χαρακτηριστική ιδιότητα, η οποία υπερτονιζόταν και αποτελούσε το διακριτικό τους σε σχέση με τα άλλα στρουμφάκια. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η «ιδιότητα» αυτή μάλλον ήταν ένα κουσούρι (βλέπε Χουζούρης, Λιχούδης, Σπιρτούλης ,κλπ) αλλά υπήρχαν και τα πιο μαγκιόρικα στρουμφάκια που όλοι ταυτιζόμασταν με αυτά όπως ο μάστορας-εφευρέτης-πολυτεχνίτης-και δεν ξέρω γω τι άλλο- Ξεφτέρης, αλλά και ο μπρατσαράς ο Προκόπης με τα βαράκια του και τις γυμναστικές του που γλυκοκοίταζε πού και πού τη Στρουμφίτα. Ποτέ δεν μας λύθηκε βέβαια η απορία γιατί η Στρουμφίτα ήταν μόνο μία, και τίνος παιδί ήταν το Μπεϊμπυ-Στρουμφ, αλλά καθώς φαίνεται μάλλον θα πρέπει να αποδεχτούμε τελικά το γεγονός ότι αυτή η απορία θα μας ταλανίζει εις το διηνεκές.

Βέβαια όσο περνάνε τα χρόνια και το τροπάριο αλλάζει, αλλάζουν και τα πρότυπα κι έτσι από ΞεφτεροΠροκόπηδες μεταμορφωνόμαστε σιγά σιγά σε Μπαμπα-Στρουμφ...!
Αποκτήσαμε από καιρό την περίφημη ποδάγρα του (μήπως εκείνα τα περίφημα μαγικά φίλτρα του ήτανε τίποτα Τζώνια και Πέρδικες και μπεκρόπινε ο μπάρμπας τα βράδια χωρίς να μας το λέει?), αποκτήσαμε και το πρώτο συνθετικό του ονόματός του ήδη, θέλω να πιστεύω ότι διαθέτουμε ένα σεβαστό μέρος του κύρους και της λαϊκής (φιλο)σοφίας του, και μας μένουν κάτι ψιλοπράματα και λεπτομέρειες ακόμα, όπως τα  άσπρα γένια (που ελπίζω να αργήσουν αρκετά ακόμα...) και το κόκκινο βρακί, που στυλιστικά δεν με βρίσκει σύμφωνο...

Σήμερα όμως είναι η μέρα του ...Γκρινιάρη! Όχι ότι είμαι εκ φύσεως γκρινιάρης ή όλα μου φταίνε και με ενοχλούν. Τουναντίον μάλιστα, πιθανότατα βαδίζω στην ακριβώς αντίπερα όχθη, και έχω καρδιά αμπάρι, καθώς λένε, για τα περισσότερα θέματα... Όμως ο ατακαδόρος μπλε ανθρωπάκος των αξέχαστων σλόγκαν τύπου «Μου τη δίνει το ξυπνητήρι», «Μου τη δίνει ο Δρακουμέλ», και όλων των λοιπών «Μου τη δίνει....» και «Μου τη σπάει....», θα μου επιτρέψει να χρησιμοποιήσω το μότο του:

Μου τη δίνουν οι οικονομολόγοι (και οι ‘οικονομολογούντες’... πολιτικοί, δημοσιογράφοι, τραπεζίτες...) και όλο το συνάφι τους!

Και μου τη δίνουν όχι τόσο για αυτά που λένε, από τα οποία αν αφαιρέσεις όλα τα βαρύγδουπα και πομπώδη περιτυλίγματα, τις γαρνιτούρες και τις σούπερ-ντούπερ σπέσιαλ ορολογίες περί spreads και funds και interests και δεν συμμαζευόμαστε, αυτό που μένει είναι τόσο ηλίου φαεινότερο που θα στο’λεγε με δυο κουβέντες και η γιαγιά μου, κάπως περίπου όπως στη γνωστή διαφήμιση με τις γιαγιάδες και τις κατσίκες (by far πιο αποδοτικιά)!

Τώρα τελευταία είναι πολύ της μόδας αυτός ο περιφερόμενος καραγκιόζης ο Ρουμπινί. Μάλλον ο ίδιος δεν είναι καραγκιόζης, αλλά είναι αυτοί που τον ακούν και τον θαυμάζουν, και πολύ περισσότερο αυτοί που τον χρυσοπληρώνουνε για να κάνει τον ντελάλη των «βαθυστόχαστων» αναλύσεών του... Ο άνθρωπος, στην καλύτερη περίπτωση, μάλλον έχει βρει έναν εύκολο και αεριτζήδικο τρόπο να τα κονομάει, σαν κάτι ταχυδακτυλουργούς που κάνουν φτηνά κόλπα και το παίζουν μάγοι και προφήτες, ενώ αν δεχτούμε τα συνωμοσιολογικά σενάρια τότε είναι απλώς ένα στρατιωτάκι πρώτης γραμμής που υπηρετεί τα συμφέροντα της σκιώδους Νέας Τάξης που απλώνει πλέον τα πλοκάμια της απροκάλυπτα παντού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.

Τι μεγάλες και τρανές σοφίες μας είπε ετούτος ο τύπος? ΄Οτι αν παραφουσκώνεις ένα μπαλόνι αυτό κάποτε θα ....σκάσει! Όλεεε, μπράβο....Μόνος σου το σκέφτηκες ρε μεγάλε ή πήρες και τη βοήθεια του κοινού? Ή ότι αν τραβάς νερό από ένα πηγάδι με τρύπιο κουβά μάλλον θα ....πεθάνεις της δίψας! Πω πω πω είναι για θάμα ο μάγκας! Κι εγώ που νόμιζα πως αυτό με το Χότζα και τον άλλον το βλάκα απάνω στο κλαδί που το πριόνιζε και μετά έπεσε, ήταν μόνο ανέκδοτο...
Να δεις τελικά που και ο σύγχρονός μας, πατριώτης του (Τουρκικής καταγωγής) Νουριέλ Ρουμπινί τις ίδιας αξίας προφητείες με το Χότζα λέει, αλλα με τη διαφορά ότι αυτουνού εδώ του τα ρίχνουν και χοντρά! Και να’ταν ο μόνος?
Έχουμε γεμίσει από «στοχαστές» και «προφήτες» ...της δεκάρας! Θέλετε μερικά παραδείγματα (αν και όχι όλα του ίδιου βεληνεκούς). Πάρτε εκείνον τον συμπαθή κατά τα άλλα Λιβανέζο, τον Νασσίμ Νίκολας Ταλεμπ, τον συγγραφέα του «Μαύρου Κύκνου». Ή πάρτε τον άλλο τον «δικό μας» τον «κουμπάρο» τον Κύπριο τον Χρ. Πισσαρίδη που πήρε και Νόμπελ ....Οικονομίας!  Ο μεν πρώτος ανέλυσε τον παράγοντα υποτίθεται του τυχαίου ή ασήμαντου γεγονότος που αν βάλει το δαχτυλάκι του σε εγγενώς παθογενείς καταστάσεις και συστήματα μπορεί να προκαλέσει τσουνάμι αναστατώσεων, κρίσεων ή/και καταστροφών ή να διογκωθεί βάσει της ντομινοθεωρίας και γενικώς να κάνει πολύ ντόρο και κακό για το τίποτα, λειτουργώντας όπως περίπου το ράδιο-αρβύλα σε ένα μεγάλο παρακμιακό στρατόπεδο (έτσι λειτουργεί όμως και στην πραγματικότητα η παγκόσμια Οικονομία, τα χρηματιστήρια, οι ισοτιμίες νομισμάτων, κλπ) ενώ ο δεύτερος, αν κρίνουμε και από τα όσα είπε και πρότεινε για την κρίση στην Ελλάδα θύμισε την περίφημη γαλλική αριστοκρατική ρήση: «Μα τι γκρινιάζουν επιτέλους αυτοί οι προλετάριοι ότι δεν έχουν να φάνε ψωμί? Ας φάνε παντεσπάνι...(όταν θα αποδώσουν τα «μέτρα» που θα πάρουμε, δηλαδή ίσως στον Παράδεισο μετά θάνατον...).

Κατά τη γνώμη μου βέβαια δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν Νόμπελ Οικονομίας. Διότι τι πάει να πει Νόμπελ Οικονομίας? Έκανες καμιά ανακάλυψη που βοήθησε τον κόσμο κύριε? Ανακάλυψες μήπως πώς να πετάω ένα Ευρώ στο «πηγάδι των ευχών» και λίγο μετά να μου πετιέται ένας πίδακας με κατοστάευρα (πραγματικής αξίας και όχι πλαστά όμως)? Αποκωδικοποίησες κανέναν φυσικό μηχανισμό? Επειδή είπες πέντε μπαρμπούτσαλα για ένα σύστημα που εξ ορισμού και εκ γενετής αφεαυτό είναι φούσκα, μπαρούφα, τζόγος, όργιο φημών, αέρα, σαβούρας και νταβατζήδων, αξίζεις και βραβείο?
Τα Νόμπελ αξίζουν μόνο στις Φυσικές επιστήμες, Φυσική, Χημεία, Βιολογία και στην Ιατρική. Που ανακαλύπτουν κάτι. Ενα φυσικό νόμο, μια δύναμη, ένα σωματίδιο, ένα άστρο, ένα μόριο, ένα φάρμακο, ένα κατιτίς τελοσπάντων ρε παιδί μου που είτε δεν το ξέραμε καθόλου πριν, είτε είναι κάτι που ενδέχεται να βελτιώσει τη ζωή μας με κάποια εφαρμογή του κάπου, κάπως, κάποτε.
Οι άλλοι είναι για τα πανηγύρια. Και το ομολογούν και οι ίδιοι άλλωστε, έστω και κεκαλυμμένα. Όταν μόνοι τους εισάγουν τις ένοιες της «πραγματικής» οικονομίας, της παραγωγής, κλπ, και τη διαχωρίζουν σαφέστατα από την άλλη, την τραβεστί «οικονομία» του αέρα του κοπανιστού, των χρηματοπιστωτικών συμβούλων και συμβουλών, των «υπηρεσιών»,κλπ, που και οι ίδιοι υπηρετούν.

Εδώ αξίζει να θυμηθούμε και το γνωστό ανέκδοτο με τον βοσκό και τον γιάπη. (θα σας το δώσω με παραπομπή γιατί βαριέμαι να το ξαναγράφω...)

Αλλά, ειλικρινά, με όλα αυτά που βλέπω, διαβάζω και ακούω από αυτούς τους κυρίους και άλλους τόσους επώνυμους και ανώνυμους γύρω τριγύρω, θα με κάνουν να καραφλιάσω στο τέλος, θα φρικάρω και θα σηκωθώ μια ωραία πρωία, έτσι για το αντέτι, για ένα πείσμα, για ένα γινάτι και για ένα γαμώτο να πάω να σπουδάσω και Οικονομικά! Να πάω να δω όλες αυτές τις γιγαντοτεράστιες σοφιστείες και τις θεωρητικές αλχημείες «εκ των έσω», να δω πώς διάολο και με τι υλικό γεμίζουν προγράμματα σπουδών τεσσάρων ή και περισσοτέρων ετών και γίνονται όλοι τέτοιοι φωστήρες και προφεσσόρια (κάτι καθηγηταράδες σαν τον Αλογοσκούφη, τον Παπαθανασίου, τον Παπακωνσταντίνου και Σία, ένα πράμα, πχ) και εν τέλει ωσάν το Δούρειο Ίππο να έχω και την επιστημονικοφανή νομιμοποίηση πλέον να τους αντιμετωπίσω με τα ίδια τους τα όπλα και τις ορολογίες τους, και όχι μόνο με την κοινή λογική και τα δυο-τρία Οικονομικής φύσης και μάνατζμεντ μαθήματα που κάναμε στο Πανεπιστήμιο.

Μου τη δίνουν όλοι αυτοί οι σοβαροφανείς και σπουδαιοφανείς εξυπνάκηδες ντενεκέδες με τις «λύσεις» και τις (ανα)λύσεις που προτείνουν!

Και μου τη δίνει περισσότερο, που ενώ ξέρουν τι γίνεται και πώς λειτουργεί το σύστημα γενικώς, κάνουν πως δεν βλέπουν και δεν ακούνε και (στραβ)αρμενίζουν προσπαθώντας να μας πείσουν ότι ο γιαλός είναι στραβός!

Για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εγώ θα σας πώ το μάθημα «με δικά μου λόγια» (όπως έκανα πάντα) και με βάση ένα πάντρεμα που θα κάνω μεταξύ της κοινής λογικής και των λίγων «κολυβογραμμάτων» περί  «επιστήμης» Οικονομικών που ξέρω...

Σε πρώτη φάση αντιλαμβάνομαι την Οικονομία σαν αυτό που ξεκινήσε με την εφεύρεση των νομισματικών αξιών. Τουτέστιν μια διαδικασία αποτίμησης και αντιστοίχης προϊόντων και υπηρεσιών που είναι πολυποίκιλα, πολυάριθμα και ετερογενή, με ένα μέσο κοινής αναφοράς δηλαδή το «νόμισμα», αυτό το κωλόχαρτο.
Αν αυτή η διαδικασία ήταν συμπαγής, διαφανής, κοινή και στάνταρ, δεν θα υπήρχε πρόβλημα εκ πρώτης όψεως. Όμως τα δεινά ξεκινάνε ακριβώς επειδή ο καθένας έχει την ευχέρεια να τα ορίζει και να τα χειρίζεται όπως το...φούρνο του Χότζα!
Εξηγούμαι. Πόσο κοστίζει ένα πορτοκάλι? 1 ευρώ? 1 δολάριο? 1 γιεν? Ποιος το καθορίζει αυτό? Γιατί υπάρχει η διαφορά στις τιμές? Δεν είναι το ίδιο το αγαθό? Άνω τελεία εδώ (έτσι κι αλλιώς σαφής απάντηση δεν υπάρχει, και οι οικονομολόγοι θα σου αρχίσουν τις θεωρίες περί προσφοράς-ζήτησης, ανταγωνισμού, κόστους παραγωγής, χώρα προέλευσης, και μπλα μπλα μπλα).
Δεύτερον, άντε και κοστίζει μισό δολάριο. Τι εστί δολάριο? Και γιατί 1 δολάριο είναι 0,7 Ευρώ και όχι το αντίστροφο ας πούμε? Εδώ αρχίζει και γίνεται της μουρλής πλέον. Τι λέγαμε για τα νομίσματα και τις ισοτιμίες? Ό,τι φανεί του Στεφανή... αλλά του Στεφανή εκείνου που «περνάει το κομμάτι του»...

Αν θα το λέγαμε με παράδειγμα, θα είχε ως εξής: Είμαι εγώ ο Μήτσος, ωραία? Όκει, πάμε παρακάτω. Σηκώνομαι ένα πρωί και λέω δουλειά δεν έχω δεν κάνω ένα νόμισμα? Αντε και το έκανα, και το βαφτίζω «Μητσοδόλαρο»... Τυπώνω ένα μάτσο από Μητσοδόλαρα λοιπόν και πάω έξω στην αγορά. Πιάνω έναν μανάβη και του λέω: μάστορα, θέλω μια σακούλα πορτοκάλια! Εντάξει ρε φίλε, πάρε 3 κιλά, κάνουν 2 Ευρώ. Τον κοιτάζω εγώ, αρπάζω τη σακούλα και του λέω: Ακου να δεις φίλε...εγώ σου δίνω 1 Μητσοδόλαρο και πολύ σου είναι, και άμα σ’αρέσει! Ο μανάβης πάει να αντιδράσει, άλλα επειδή με βλέπει μπουρινιασμένο, και επειδή εξάλλου του ρίχνω δυο κεφάλια και έχω και τα μισά του χρόνια σκέφτεται από μέσα του «άμα τα βάλω με αυτόν τον νταή, και τα πορτοκάλια θα χάσω, και στο νοσοκομείο θα καταλήξω, οπότε ας του δώσω τη σακούλα για ένα Μητσοδόλαρο, κι ας πάω πάσο...» Έτσι εγώ παίρνω τα πορτοκάλια που δεν είχα, με ένα νόμισμα που τύπωσα κατά βούληση, γιατί είμαι μάγκας και νταής.

Μη γελάτε. Αυτή είναι η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (σημειωτέον χώρας με το μεγαλύτερο ‘χρέος’) που ετσιθελικά και λόγω του ότι έχει την ισχύ των όπλων παγκοσμίως αποτιμά αυθαίρετα και στο δικό της νόμισμα (το οποίο τυπώνει κατά βούληση) όλα τα αγαθά τα δικά της και των άλλων (και κυρίως το πετρέλαιο της Μ. Ανατολής).

Παράδειγμα Βου. Είμαι ο γνωστός Μήτσος με υπερπολύτεκνη οικογένεια, και έχω πάλι τα δικά μου Μητσοδόλαρα. Βγαίνω μια γύρα έξω και βλέπω τι γίνεται στον κόσμο, ότι όλοι αγοράζουν πορτοκάλια για ένα Ευρώ το κιλό. Εγώ πάω και τους λέω ότι έχω πορτοκαλιές στον μπαξέ μου και μπορώ να τους πουλήσω από κει για 1 Μητσοδόλαρο το κιλό. Πλην όμως για να είμαι ανταγωνιστικός λέω ότι το Μητσοδόλαρο έχει αξία όσο το 1/10 του Ευρώ! Οι άλλοι τρίβουν τα μάτια τους και λένε, να η ευκαιρία θα αγοράζουμε πορτοκάλια μόνο από το Μήτσο!!! Επειδή όμως η καλλιέργεια του πορτοκαλιού έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις, διαδικασίες και «κόστη» για να μπορέσω εγώ να δίνω μαζική παραγωγή και σε αυτή την τιμή (ή και ακόμα χαμηλότερη) πάω και μαζεύω τα παιδιά μου τα μπαγλαρώνω στο ξύλο και τα βάζω να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδι, άλλα να σκάβουν, άλλα να κλαδεύουν, άλλα να ποτίζουν και άλλα να μαζεύουν πορτοκάλια. Μην κλαίτε. Αυτή είναι η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ!

Πήρα ως παράδειγμα δυο χώρες που θεωρούνται «μεγάλοι παίκτες» στην παγκόσμια οικονομία και πιστεύω έγιναν κατανοητές οι μέθοδοί τους. Μπορώ νας πω αντίστοιχα παραδείγματα και για όλες τις άλλες χώρες, αλλά θα το μακρύνω πολύ το σεντόνι...

Το κλου είναι έτσι κι αλλιώς, ασχέτως των μεθόδων, ότι η «οικονομία» ως πράξη αντιστοίχισης πραγματικών αξιών με ένα μάτσο κωλόχαρτα σαν τα Μητσοδόλαρα, είναι εξ ορισμού τελείως αυθαίρετη και μπάζει από παντού! Πού θέλω να καταλήξω; Στα καθ’ημάς φυσικά. Λέμε όλοι για το χρέος. Ωραία, χρέος...Σε ποιον? Από πού? Από πότε? Γιατί? Πόσο? Γιατί τόσο και όχι κάτι άλλο? Και γιατί όλοι χρωστάν ...της Μιχαλούς? (Η πλειονότητα των κρατών ακόμη και των ανεπτυγμένων έχουν «χρέος»). Ποιο είναι το αντίκρισμα? Πότε δημιουργήθηκε? Γιατί συντηρείται? Γιατί μεγαλώνει?

Μετά λένε για το άλλο το φούμαρο την ανταγωνιστικότητα. Ποια ανταγωνιστικότητα? Να κάνω εγώ το ίδιο πράγμα με έναν άλλον αλλά να το δίνω πιο φτηνά? Κι αν ο άλλος το δίνει τζάμπα? Κι αν ο άλλος το έχει «κλεμμένο»? Μπορώ να τον συναγωνιστώ? Και γιατί να συναγωνιστώ κάτι και κάποιον προς «τα κάτω» και όχι προς «τα πάνω»? Όπως λέει και ο μπαγλαμάς ο Γιαννάκης ο Πρετεντέρης «αν η οικονομική ευρωστία, ανάπτυξη και μηδενισμός του χρέους ενός κράτους ήταν συνάρτηση της φθηνής εργασίας και κόστους παραγωγής, τότε το Μπαγκλαντές θα ήταν η πρώτη οικονομική υπερδύναμη!» και θα συμφωνήσω μαζί του.

Άρα κάτι άλλο φταίει, κάτι άλλο κρύβεται από πίσω Νομπελίστα κουμπάρε Πισσαρίδη, Γκαργκάνα, Προβόπουλε, Δασκαλόπουλε και λοιπά κύμβαλα αλαλλάζοντα... Πώς μετριέται ο ανθρώπινος κόπος? Πώς αποτιμάται? Πόσο κοστίζει η περίφημη «εργατοώρα»? και γιατί παρακαλώ η εργατοώρα του Αμερικάνου ή του Γερμανού κοστίζει όσο 1000 και βάλε του Μπαγκλαντεσιανού ή του Ζιμπαμπουανού ή του Κινέζου? Μήπως ο Γερμανός ή ο Αμερικάνος είναι τίποτα σούπερμαν και ανακάλυψε τη μέθοδο να δουλεύει 80 ώρες το 24άωρο και 10 μέρες την εβδομάδα (καθ’υπέρβαση κιόλας του Καρβελικού άσματος 25 ώρες τη μέρα, 8 μέρες την εβδομάδα,κλπ). Έτσι καταρρίπτεται και ο μύθος περί τεμπέληδων λαών και περί δουλευταράδων, που απορώ πώς και γιατί συντηρείται ως στερεότυπο τόοοοσα και τόοσα χρόνια.

Όχι κύριοι, ο άνθρωπος μπορεί να δουλέψει 5, 8, 10, 12 άντε 15 το πολύ ώρες ημερησίως, και μέχρι εκεί, είτε είναι άσπρος είτε μαύρος είτε κόκκινος είτε κίτρινος. Ακόμα και αν δεχτούμε διαφορές στην παραγωγικότητα και στις ικανότητες του καθενός οι αποκλίσεις στην απόδοση του τελικού αποτελέσματος δεν μπορεί να είναι τόσο χαώδεις όσο είναι αυτές που εμφανίζονται στις εκάστοτε «μισθολογικές αποτιμήσεις». Άρα? Άρα αλλού παίζεται το παιχνίδι. Δεύτερη άνω τελεία, διότι το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Και δεν είναι θέμα μόνο ελληνικό ή ευρωπαϊκό. Είναι παγκόσμιο, παντού και πάντα παρόν σε όλο το μήκος των Ιστορικών χρόνων.

Τα υπόλοιπα στη συνέχεια...

Μέχρι τότε

Χαίρετε και υγιαίνετε!